Λεξικό της Θάλασσας › Γνωστικά πεδία › Ναυτικοί όροι
Ναυτικοί όροι
2.012 λήμματα
2.012 λήμματα με σημασία στο πεδίο «Ναυτικοί όροι».
- αβάρα
- αβαράρισμα
- αβαράρω και αβαρίζω και αβαρέρνω
- αβαρία
- αβαριάτος
- αβιζάρω
- αβίζο
- αβλέμμονας
- αγάντα
- αγαντάρω
- αγγολόγι ή αγκολόγι ή αγγολόι
- αγιουτάντης
- αγιούτο
- αγκαθός
- αγκαλιά
- αγκίστρι
- αγκιστρώνω
- αγκοίνη
- αγκουρέτο
- αγκούσα και αγγούσα
- αγκύλη
- αγκύλιο
- άγκυρα και άγκουρα
- αγκύριο
- αγκυροβόλημα
- αγκυροβολία
- αγκυροβολώ
- αγκυρόδεσμος
- αγκυροδέτης
- αγκυροδετώ
- αγκυρόσχοινο
- αγκυρώνω
- αγόμενο
- αγρεύω
- αγχιπλοΐα
- άδεια
- άδετος
- αδράχτι
- Αδρίας
- αετός
- αζιμούθ(ιο)
- αθερινόδιχτο
- αθερινολόγος
- αθίβολο
- αίγειρος
- αϊνάς
- αιώρηση
- αιωροθέσιο
- αιωροσκάφος
- ακαλαφάτιστος
- άκατος
- ακόντρα
- ακοστάρω
- άκρα
- ακροβάτης
- ακροδέα
- ακροδεσιά
- ακρόπρωρο
- ακροστόλι
- ακροσύρτης
- ακροφιγούρα
- ακρωνύχιο
- ακταιωρός
- ακτονόμος
- ακτοπλοΐα
- ακτοφυλακίδα
- ακυβέρνητος
- άλα
- αλαμάνα
- αλάργα
- αλαργάρω
- αλάρω
- αλεξίπυρος
- αλεξίφωτο
- αλέστα, και αλέρτα
- αλεώριο
- αλιάτικα
- άλμπα
- άλμπο(υ)ρο και άρμπο(υ)ρο
- αλουές
- αλτσάνα και αλτζάνα και λανζτάνα
- άμβολο
- άμμα
- αμμοδύτης
- αμμοκάικο
- αμμοκλεψύδρα
- αμορόζος
- αμπάρι
- αμφίγειο
- αμφιδέτης
- αμφιδέτηση
- αμφιδετώ
- αμφίπρυμνος
- αμφίπρωρος
- αμφίστολος
- αμφιτρύωνας
- αναβάθρα
- αναβατήρας
- ανάγκαστρο(ν)
- αναδένω
- ανάδεση
- αναδέτης
- αναδρομικό ιστίο
- ανάδρομος¹
- ανακόλπωση
- ανακρούω
- ανακωχή
- αναμέτρηση
- ανάπαλση
- αναπλέω
- ανάπλωρα και ανάπρωρα
- αναπλωρίζω
- αναπλώρισμα και αναπλώριση
- ανάπλωρος
- ανάπρυμα
- αναπρωρίζω
- αναπρώρισμα και αναπρώριση
- αναρμάτωτος
- ανάρμενος
- αναστροφή
- ανάσυρση
- ανατροπή
- αναφωτίδα
- ανέκτης
- ανέλκυση
- ανέλο
- ανεμίζω
- ανεμοδούρα
- ανεμούριο
- ανθυποπλοίαρχος
- ανοιχτά και ανοικτά
- ανολκή
- ανταλής
- ανταρσία
- αντέν(ν)α
- αντενοκάταρτο
- αντεπισταλία
- αντηρίδα
- αντιμάμαλο και αναμάμαλο
- αντιμονή
- αντλιωρός
- αξιοπλοΐα
- αξιόπλοος
- απάλεια
- άπαρση
- απίκο(υ)
- αποβάθρα
- απόβαση
- απόγειο
- αποδέκτης και αποδέχτης
- αποθαλασσία και αποθαλασσιά
- αποπλύματα
- απόσταση
- απώστης
- αράζω
- αράπης
- αργανέλα και αργκανέλα
- αργανέλο
- άργανο
- αριβάρω
- αριστερήνεμος
- αρμάδα
- αρμαδούρος και αρμαδόρος και αρματόρος
- αρματωσιά
- άρμενα
- αρμενίζω
- αρμενισιά
- αρμενιστής
- άρμενο
- αρμενοβελόνα
- άρμπο(υ)ρο και άλμπουρο
- αρναούτης
- αρσανάς και ταρσανάς και αρσενάς
- αρτάνη
- αρτέμων
- αρτεμωνίδα
- αρτεμωνίτης
- αρτοθήκη
- αρχιθαλαμηπόλος
- αρχιθερμαστής
- αρχικυβερνήτης
- αρχιλεβητοποιός
- αρχιλιμενοφύλακας
- αρχιμηχανικός
- αρχιμηχανουργός
- αρχιναυπηγός
- αρχιπέλαγο(ς)
- αρχιπλοηγός
- αρχιπλοίαρχος
- ασαλπάριστος
- ασετυλίνη
- άσκωμα
- ασπιδίσκη
- αστράβη
- ασυρματιστής
- ατζέντης
- ατμάκατος
- ατμοδρόμων
- ατμοημιολία
- ατμοθάλαμος
- ατμομυοδρόμων
- ατμοπλοΐα
- ατμοπλοϊκός
- άτρακτος
- αυλητής
- αύτανδρος
- αφερματίζω
- αχνοπέλαγο
- βαθμιδόσχοινο
- βαθύσφαιρα
- βαπορέτο
- βαπόρι και παπόρι
- βαρδαβέλα
- βαρδακόστα
- βαρδαμάνα
- βαρδαμάς
- βαρδάρι
- βαρδα(τ)ζέντα
- βαρδαφόγος
- βαρδιόλα
- βαρέλα
- βάρκα
- βασικός
- βα(τ)σέλλο
- βατσιμάνης
- βελάγιο
- βελαστράλι
- βελόνα και βελόνη
- βερέμι
- βερίνα
- Βέριτας
- βήλον
- βίζιτα
- βιντζότρατα
- βίρα
- βιράρω
- βιτζιρέλο
- βολάζω, και -ιάζω
- βολίδα
- βολιδόσχοινο
- βολιδοσκόπηση
- βολιδοσκοπώ
- βολκός
- βόλτα
- βολτάρω
- βολτατζάρω και βολτετζάρω
- βολτατζής
- βομβάρδα και μπομπάρδα, βουμπάρδα
- βορράς και βοριάς και βορέας
- βούκα
- βραδυπλοΐα και -ύπλοια
- βραδυπλοώ
- βρατσέρα και μπρατσ(ι)έρα
- βραχίονας
- βύθισμα
- βυθοκόρηση
- βυθοκορώ
- βυθομετρητής
- βυθομετρικό στίγμα
- βυθοσήμανση
- γαγγάμη και γαγγάβα και γκαγκάβα και γαγκάβα και καγκάβα
- γα(ϊ)δουρόκομπος
- γαλαζόπετρα
- γαλέα
- γαλέτα
- γάμπια
- γαριδάς
- γαρλίνο ή καρλίνο
- γάσ(σ)α και γαντζα
- γάφα και γκάφα
- γεδέκι και γεντέκι και γιντέκι
- γεμιτζής
- γέφυρα
- γιακάς
- γιοτ
- γιουτόσχοινο
- γκαγκάβα ή γαγκάβα ή γαγγάβα ή γαγγάμη ή καγκάβα
- γκάγκουε
- γκαζάδικο
- γκλαβανή
- γκλίζα και γλίζα
- γ(κ)ράπα και γράππα
- γκρένι ή κρένι
- γκρός και γκρο
- γνάθος
- γολέτα ή γουλέττα
- γόνδολα
- γοργόνα
- γούλα
- γούμενα
- γουμενιά
- γουργούλα
- γουρδέλι και κορδέλι
- γοφός
- γράδο
- γραμματικός
- γραντί
- γραντολογώ
- γριγρί ή γρι-γρι
- γρίπιση
- γρίπος
- γυαλί[2]
- γυαλί κουβέρτας
- γυαλί μπάντας
- γωνιογράφος
- γωνιολάβος
- δακτύλιος
- δειγματολήπτης
- δειγματοληψία
- δελίνι και ντελίνι
- δελτωτό
- δελφινιέρα
- δένω
- δεξαμενισμός
- δεξαμενόπλοιο
- δεξιήνεμος
- δεξιότοιχος
- δέσμη
- δεσπέντσα και δεσπέντζα και δισπέντζα
- δετηρία
- δευτερόπριμα
- δεύτερος
- διαβάθρα
- διαγωγή
- διαδέτης
- διάζωμα
- διάκι και δοιάκι
- διαμαγνητικό πλοίο
- διαμαρτυρία
- διανάκτης
- διάναξη
- διανάσσω
- διανομείο
- δίαρμα
- διαρροή
- διαστήλιο
- διαστομωτήρας
- διαταγή
- διατείνουσα
- διατοίχηση και διατοίχιση
- διατοιχώ
- διάφραγμα
- δίβολο
- διγόφι
- διέκπλους
- δίερση
- δικλίδα
- δίκρανος
- δίκωπος και δίκουπος
- δίοπος
- διοπτεύω
- διόπτρα
- διπαράλληλος
- διπλάρωμα
- διπλαρώνω
- διπόντες
- δίχτυ
- διχτυάρης
- διώστης
- δόλωμα
- δόλωνας
- δολώνιο
- δουλεμπορικός
- δράγ(γ)α και ντράγα
- δρομετρώ
- δρομίτσα
- δρομόμετρο
- δρύφακτο και δρύφρακτο
- δωμάτιο
- εγγυτάτη
- έγια μόλα
- εγκάρσιος
- έδρα
- εδώλιο
- ειρεσία
- εισαγωγή
- είσπλους
- εκπεσμός
- εκπλέκω
- εκπλέω
- έκπλους
- έκπτωση
- εκτροπή
- έκφορος
- εκχυτήρας
- ελευθεροκοινωνία
- ελευθεροκοινωνώ
- ελεύθερο λιμάνι
- ελευθεροπλοΐα
- ελεύθερος χρόνος
- ελλιμενίζω
- ελλιμένιση
- ελλιμενισμός
- έλυτρο
- εμβάλλω
- εμβόλαιο
- εμβολέας
- εμβολή
- εμβολίζω
- εμβολισμός
- έμβολο
- εμβολοφόρος
- εμπάργκο
- εμπατή και αμπατή
- εμπόδιση
- εμποροκαπετάνιος
- έμπρυμνος
- έμπρωρος και έμπλωρος
- εναντιοδρομία
- εναντιοδρομώ
- ενδεικτικός
- ένδεση
- ενδιαίτημα
- ένθεση
- ενθέτης
- εντερόνεια
- εντομή
- εντόνιο
- εντράδα και εντράτα και ιντράδα
- έντροχος
- εξαγορά
- εξαεριστικός
- εξάκωπος
- έξαλα
- εξάντας
- εξαρτία
- εξάρτια και ξάρτια
- εξαρτίζω
- εξοκέλλω
- εξοπλισμός
- εξορμίζω
- εξόρμιση
- εξώστης
- επακόντιο
- επάλειψη
- επανάγω
- επαναπλέω
- επανάπλους
- επανδρώνω
- επάνδρωση
- επανορθωτικό
- έπαρμα
- επάρτης
- επιβατηγό και επιβατικό
- επιβριθώς
- επίδειξη
- επίδεσμος
- επιδίνω και επιδίδω
- επίδοση[2]
- επιδρομίσκος
- επίδρομος
- επικαμπή
- επίκαυση
- επικελευστής
- επίκριο
- επίκωπος
- επίλαβε
- επίμηλο
- επιμηχανικός
- επίναυλος
- επίπλευση
- επιπλέω
- επίπλους
- επίρραμμα
- επισείοντας
- επίσημα
- επίσημο
- επισιπάριο
- επισίπαρος
- επίσπευση
- επισταλία
- επιστασία
- επίστεγο
- επιστήλιο
- επιστολέας
- επιστρόφιο και πιστρόφι
- επίτακτο
- επιτελείο
- επιτονίζω
- επιτόνισμα
- επιτονόδεσμος
- επίτονος
- επίφορος
- επιχειρία
- εποκέλλω
- επουρίζω
- επούρισμα
- εργάτης
- εργατοπέδη
- εργατόσχοινο
- εργοδηγός
- ερείδω
- ερέτης
- ερκάνη
- έρμα
- ερματίζω
- ερματοφόρος
- εσχαρέας
- ετερόστομος άγκυρα
- ευθεία,[1]
- ευθυπλοΐα
- ευκαιρία
- ευνή
- εύπλοια
- εύπνοια
- ευτρεπίζω
- ευτρεπισμός φορτίου
- εφηλίδα
- εφημερίδα
- εφοπλιστής
- έχμα
- εχμάζω
- έχμαση
- ζεργίνα
- ζεύγμα
- ζευκτηρία
- ζίκα
- ζόγκα και ζόκα
- ζούρλος
- ζυγίζω
- ζυγοδόκη
- ζυγόν
- ζυγοστάθμιση
- ζώστρα
- ηλακάτη
- ηλεκτραλιεία
- ηλιόπετρα
- ημίδεσμος
- θαιρός
- θαλαμηγοδρομία
- θαλαμηπόλος
- θάλαμος
- θαλασσασφάλεια
- θαλάσσερμα
- θαλασσοβλάβεια
- θαλασσόλυκος
- θαλασσοπνίχτης
- θαλασσοπούλι
- θερμαντήρας
- θηλιά και θελιά
- θρίος
- θυννείο
- θυρίδα
- θυρόπλοιο
- θωράκιο
- θωρακίτης
- (ι)βιλάι
- ιερή άγκυρα
- ιόλ
- ιππάριο
- ίσα
- ίσαλος
- ιστίο
- ιστιοδέτης
- ιστιοδρομία
- ιστιοθήκη
- ιστιόπανο
- ιστιοπλοΐα
- ιστιοπλόος
- ιστιοποιείο
- ιστιοποιία
- ιστιοποιός
- ιστιόρραμμα
- ιστιορραφή
- ιστιορραφίδα
- ιστιορράφος
- ιστιοσανίδα
- ιστιούχος
- ιστιοφορία
- ιστοδόχη και ιστοδόκη
- ιστοθέτηση
- ιστοθετώ
- ιστοκεραία
- ιστοπέδη
- ιστός
- ισχάδα
- ισχαδόδεσμος
- ισχάζω
- ίσχαση
- ισχίο
- ίτυς
- καβα(ν)τζάρω, και καβεζάρω
- καβέτο
- καβίλια
- καβιτέλλο
- καβοδέτης
- καβοντάργανο, και καβολάργανο
- κάβος, [2]
- καβοσύρτης και καβοσούλτος
- κάβουρας
- καβουροσύρτης και καβουροσούρτης
- καγιάκ
- καδένα
- καδερνάλιο
- καζάκι
- καθέκτης
- καθέλκυση
- καθέλκω
- κάθεμα και κάθημα
- καθίζω
- κάθισμα
- καθολκή
- καϊκάς
- καΐκι
- καϊκιά
- καϊκιάτικα
- καϊκ(τ)σής και καϊξής
- καϊκχανές
- καϊνάκι
- κακοθάλασσος
- καλάδα
- καλαμίδι
- καλαμίτα
- καλάρισμα
- καλάρω
- καλαφατίζω
- καλαφάτισμα
- κάλμα
- καλμάρω
- καλόγερος και καλόγηρος
- καλοθάλασσος
- καλόσφυρα
- καλο(υ)μάρω
- καλούμο
- καλοφούρτουνος
- Καλυψώ[2]
- κάλως
- καμάκι
- κάμαρα
- καμάρι
- καμαρότος
- καμπάνα
- καμπανέλι
- καμπανελόπετρα
- καμπούνι
- κάνα και κάννα
- κανάτι
- κανδηλιέρι
- κανδιλίτσα και καντηλίτσα
- κανθήλιο
- κανναβάριος
- κάν(ν)αβος
- κανό
- κανοκιάλι και κιανοκιάλι
- κανονιέρα
- καντίνα
- καπάδικο
- καπάκι
- καπελ(λ)άγιο
- καπελάρω και καπελλάρω
- καπετάνια
- καπετάν(ι)ος και καπιτάνιος
- καπιτάνα και καπιτάνια
- καπονέρα
- καπόνι
- κάπος
- καπουτσίνος
- καραβάνα
- καραβέλα
- καραβόγατος
- καραβόλυκος
- καραβόσκοινο και καραβόσχοινο και καραβοσχοίνι
- καραβόσκυλος
- καραβοστάσι
- καραβοτσακίζομαι
- καραβοφάναρο
- καραμο(υ)σάλι και καραμουσέλι
- καραμποτίνι
- καραντί
- καραντίνα
- καρατέλο
- καρβουνιάρικο
- καρβουνιέρα
- κάργα
- καργάρω
- καργέλι και καργέρι
- κάργ(κ)ο
- κάρδοπος και καρδόπη
- καρέ
- καρ(ε)νάγιο
- καρενάρω και καρινάρω
- καρλίνο ή γαρλίνο και καρλίνι
- καρνάγιο και καρενάγιο
- καρπούζι
- καρράκα
- κάρτα
- κάρτερ
- καρτίνι
- καρυόκομβος και καρυδόκομπος
- καρυόσχοινο
- κάσα
- κασέλα
- κασκαβάλι
- καστανιόλα
- καταδιωκτικό πλοίο
- κατάδυση
- κατάκλυση
- καταπλέω
- κατάπλους
- κατάπλωρος
- κατάπρυμα
- κατάστρωμα
- κατραμόπανο
- κατσάρω
- κατσούλι
- κατώφλι
- κειρία
- κέλητας
- κεραία
- κέρας
- κερκέτης
- κερκίς
- κερκόπους
- κέρκος
- κέρκουρος και κερκούρος και κέρκυρος
- κεροίαξ
- κερουλκός
- κέστρα
- κετσές
- κεφαλή
- κηρυκευτικό
- κηρωτός
- κίονας
- κιονίσκος
- κιονόδεσμος
- κιορμπαστούνι
- κιοσελές
- κιούρτος
- κλάμπανο
- κλειδί
- κλειδώνω
- κλίπερ
- κλοιός
- κλυδωνίζομαι
- κλυδωνισία
- κλώσμα
- κόβα
- κολαουζιέρης
- κολαούζος και κολαγούζος και κολαούσης και κολαούζης
- κολόμπα
- κολομπίρι
- κολόνα
- κολπάδα
- κόμβος
- κόμμα
- κόμπος και κόμβος
- κονσέρβα
- κονσόλα
- κοντάρι
- κοντός
- κοντοφύλακας
- κόντρα
- κοντρα καρένα και κόντρα καρίνα
- κοντρακόβα
- κοντρακοράκι
- κόντρα κουρτελατσίνι
- κοντραμαντάρι
- κόντρα μετζάνα και κοντραμετζάνα
- κόντρα μπαστούνι και κοντραμπαστούνι
- κοντραμπέλμπερης
- κοντραμπράτσο
- κοντραπαπαφίγκος
- κοντρασκότα
- κοντρασταλία
- κοντραστίγκος και κόντρα στίγκος
- κοντραφλόκος
- κορακόδεσμος
- κορακωτός
- κορβέτα
- κόρκωμα και κούρκουμο
- κορμός
- κορνέλλα
- κόρος
- κόρυμβος
- κορώνη
- κοστάδος
- κοστάκι
- κοστάρισμα
- κότερο και κόττερο
- κοτσανέλο και κουτσανέλο
- κοτσάρω
- κουβάς
- κουβέρτα
- κουβούσι
- κουδέττα
- κουδουνοσάνιδο
- κουζουλούκι
- κουλούρα
- κουλούρι
- κουμβάριον
- κουμπάνια
- κο(υ)μπάσο
- κουντρίνι ή κουντρουλίνι
- κουντροκουρτελατσίνι
- κούντρος και κούντρας, ή σίπαρος
- κουπαστή
- κουραδόρος
- κουρντίζω και κουρδίζω και χορδίζω
- κουρρέντι
- κουρτελάτσα
- κουρτελατσίνι
- κουτάλα
- κουτούκι
- κούτσα
- κουφάρι
- κόφα
- κράτει
- κρεμάθα ή κρεμάθρα
- κρέμαση
- κρεμαστήρας
- κρικόδεσμος
- κρις-κραφτ
- κροσάρω
- κροσάρισμα
- κρουζάρω
- κρουζέτο και κουρζέτο
- κύκνος
- κυλιστήριον
- κύμβη
- κυτωρός
- κώλο
- κωλόπανο
- κωλυσιπλοΐα
- κωπήλατος
- κωπητήρας
- λαγουδέρα
- λαδάς
- λαδιά
- λαζότρατα
- λαιμός
- λαίτμα
- λαιτματοφοβία
- λαίφος
- λαμαρίνα
- λάντζα και λάντσα
- λαπάτσα
- λασκάδα
- λατίνι
- λάφτσα
- λέβα
- λεβάρω
- λεκάνη
- λέμβαρχος
- λεμβαρχώ
- λεμβίτης
- λεμβοδρομία
- λεμβοδρομώ
- λεμβόζευκτος
- λεμβοστάσιο
- λέμβος
- λεμβουχικός
- λεμβούχος
- λεμβωδία
- λιγαδούρα και ληγαδούρα
- λιγάρω
- λιμενίσκος
- λιμνάζω
- λίμπο
- λινόζωστος
- λόβος
- λοβός
- λοίπαδος
- λοξοδρομία
- λοξοδρομικός
- λοξοδρομώ
- λοστρόμος και νοστρόμος
- λυκόδεσμος
- λώμα
- λωμάτιση
- μαγγιώρα
- μάγειρας και μάγειρος και μάγερας
- μάγουλο
- μάινα
- μαΐστρα
- μάλαγμα
- μάμαλο
- μανκάρω
- μανός
- μαντάρι
- μανταφούνι και μαραφούντι
- μαντιζέλο
- μαντίκι
- μαντοπόδαρο
- μάντος
- μαούνα
- μάπα
- μαραβίλια
- μαραφούντι
- μαρίνα
- μαρινάριος και μαρ(ι)νέρος
- μαρκόνης και μαρκονιστής
- μαρκούτσι
- μαρτίγος
- μαρτσιλιάνα και μπαρτσελιάνα και μπαρτσιλιάνα
- μάσκα
- μάστορας
- μάστρο-
- μασχάλη και μασκάλη
- μασχαλίζω
- ματαπάς
- μάτσα
- μεγίστη
- μεθορμίζω
- μεθόρμιση
- με(ν)τζάνα
- με(ν)τζαρόλι
- με(ν)τζάστρα
- μερί
- μερλίνο
- μέρμιθος
- μεσουρία και μεσουρανία
- μεσσήνα και μεσ(σ)ηνέζα και μεσινέζα
- μεταβάλλω
- μετέωρο
- μετζαβόλτα και μετζοβόλτα
- μέτζο
- μήτρα
- μηχανοκάικο
- μηχανοστάσιο
- μηχανότρατα
- μικροναυπηγός
- μίζα
- μίστικο ή μύστικο
- μόδολο
- μοιραρχίδα
- μοίραρχος
- μολάρω και μολαίρνω
- μολιάτικα και μωλιάτικα
- μόλος
- μολυβήθρα
- μονόκωπος
- μονομπράτσα και μονομπράτσο
- μονόστηλος
- μοράβια και μουράβια
- μόρσα
- μοτόρι
- μότορσιπ
- μούδα
- μουδάρισμα
- μουδάρω
- μούρα
- μουράγιο
- μουράτο
- μουργανάλι και μπουργανάλι
- μουρέλο
- μουσέλι
- μουστάκι
- μούτσος
- μπαγ(ι)έτο και μπαλιέτο
- μπάγκος και πάγκος
- μπαζάρω
- μπακαλιάρος
- μπαλαούρο
- μπαλα(ν)τσίνι
- μπαλέστρα και παλέστρα
- μπαλκ - κάριερ
- μπαλκόνι
- μπαλ(ν)τάς
- μπαλόνι
- μπαλότσα
- μπαμπαδέλι
- μπαμπάς
- μπάνιο
- μπαντονάρω ή αμπαντονάρω, και πατονιάρω
- μπάριζα
- μπαρκάρω
- μπαρκάς
- (μ)παρκέτα ή παρουκέτα
- μπάρκο
- μπάρκος
- (μ)παρμακλίκι
- μπαρμπαρέσα
- (μ)παρούμα
- μπασιά και εμπασιά
- μπασμός
- μπασογάμπια
- (μ)παστέκα
- μπαστούνι
- μπατίκουλο
- μπέζα
- μπελαμάνα
- μπελλού ή βελλού ή λιβυρνίδα
- μπέλμπερης
- μπεντένι και μπεδένι
- μπέντουλας
- μπιγ(κ)ότα και μπαγιότα
- (μ)πίντα
- μπισκαγιέν ή μπισκουίν
- μπόμαν
- (μ)πόμπα
- (μ)πομπάρδα και βομβάρδα, βουμπάρδα, (μ)πουμπάρδα, (μ)πουπάρδα, πομπάρδα, πουμπάρτα
- (μ)πομπρέσο
- μπό(ν)τζι
- μπορ(ν)τάδα και μπορτετζάδα
- μπορντινάου
- μπόσης
- μπότζα και πόντζα
- μποτζάρω και ποντζάρω
- μπότσα
- μποτσάρισμα
- μπότσμαν
- μπότσος
- μπουκαπόρτα
- μπουκάρω
- μπουλμές και μπουρμές
- μπο(υ)νάτσα
- μπούνι
- μπουράσκα
- μπούρδος
- μπουρίνα
- μπουρλότο
- μπουρού
- μπουταφόρα
- μπραγάνι
- μπραγκόζο και μπραγότσο
- (μ)πρακαρόλα
- μπράντα
- μπρατσάρω
- μπράτσο
- μπρατσόλι
- μπρίντα
- μπρούλι και μπριόλιν
- μυάγρα
- μύομμα και μυόμμα
- νάβα
- ναβέτα
- ναρκαλιευτικός
- ναρκαλιεύω
- ναρκοβόλο
- ναρκοθέτης
- ναρκοθέτιδα
- ναρκοσυλλέκτης
- ναυαγιαίρεση ή ναυαγιαιρεσία
- ναυαγιαιρέτης
- ναυαγοσωστικό
- ναυαγοσωστικός
- ναυαρχώ
- ναύδετο
- ναύκλαστρον
- ναυκλαστροφόρο
- ναυκληρία
- ναυκληρικός
- ναύκληρος και ναύκλερος και νάφλερος
- ναυλαγορά
- ναυλολόγιο
- ναυλομεσιτεία
- ναυλομεσίτης
- ναυλομεσιτικός
- ναυλοσύμφωνο
- ναυλοτιμαριθμοποίηση
- ναυλοτιμάριθμος και ναυλάριθμος
- ναυλοχώ
- ναυλώνω
- ναύλωση
- ναυλωτήριο
- ναυλωτής
- ναυπηγείο
- ναυπήγημα
- ναυπήγηση
- ναυπηγήσιμος
- ναυπηγία
- ναυπηγική
- ναυπηγικός
- ναυπηγοεπισκευαστικός
- ναυπηγός
- ναῦς
- ναυσιβλάβεια
- ναυσιπέδη
- ναυσιπλοΐα
- ναύσταθμος
- ναυσυπτιάζω
- ναυτάκι
- ναυταπάτη
- ναυταποστολή
- ναυτασφάλεια και ναυτασφάλιση
- ναυτεργάτης
- ναυτεργατικός
- ναύτης
- ναυτία και ναυτίαση
- ναυτικά
- ναυτικό
- ναυτικός¹
- ναυτικός²
- ναυτιλία
- ναυτιλιακός
- ναυτίλλομαι
- ναυτίλος
- ναυτογράφος
- ναυτοδηγός
- ναυτοδικείο
- ναυτοδίκης
- ναυτοδίοπος
- ναυτολόγηση και ναυτολογία
- ναυτολογικός
- ναυτολόγιο
- ναυτολόγος
- ναυτολογώ
- ναυτομάγειρας
- ναυτομαραγκός
- ναυτομεσιτεία
- ναυτομεσίτης
- ναυτόπουλο και ναυτόπαιδο
- ναυτοσύνη
- ναυφθορία¹
- ναύφθορος¹
- ναυτοφυλακή
- ναυτόφωνο
- ναυτώνας
- νεκρό βάρος ή νεκρό φορτίο
- νεκροθάλασσα
- νέτος
- νεωδόχος και νηοδόχος
- νεωλκείο και νεώλκιο
- νεώλκηση
- νεωλκός
- νεώριο
- νεώσοικος
- νηογνώμονας
- νηοδόκη και νηοδόχη
- νηολόγηση
- νηολογία
- νηολόγιο
- νηολόγος
- νηολογώ
- νηοπομπή
- νηοψία
- νό(τ)ζικα, και νότσικα
- (ν)ταϊφάς
- ντάνα και δάνα
- ντάνιασμα και ντανιάρισμα
- (ν)ταρντάνα
- νταχαμπία
- ντεϊμάνης
- ντεπόζιτο
- ντοκ
- ντοκουμάνης
- ντούζικος
- ντούκι
- ντο(υ)νανμάς
- ντράγα και δράγα
- ντράγκον
- ντρέτνωτ
- (ν)τρίτσα και δρίτσα
- ντρίφτερ
- (ν)τρότσα
- νύχι
- ξαγκίστρωμα
- ξαγκιστρώνω
- ξανοίγω
- ξαρμάτωμα
- ξαρματώνω και ξερματώνω και ξηρματώνω
- ξαρμπουρίζω
- ξαρμπούρισμα
- ξάρτι
- ξαρτόδεμα
- ξαρτόριζα
- ξαρτόσκαλα
- ξεβιράρισμα
- ξεκαπελώνω
- ξελιμπάρω
- ξέμπαρκος
- ξέπεσμα
- ξέρα και ξέρη
- ξεσαβούρωμα και ξεσαβούριασμα
- ξεσαβουρώνω και ξεσαβουριάζω
- ξυλάδικο
- ξυλάρμενος
- ξύλωση
- οβελίσκος
- οδηγός
- οθόνη
- οιάκιο
- οιάκιση
- οιακιστήριο
- οιακοδείκτης
- οιακονόμος
- οιακονομώ
- οιακοστρόφος
- οιακόσχοινο
- όκιο
- οκτάντας
- Ολερόν νόμοι, ή Ολερόν κανόνες
- ολάρμενος
- ολκός
- ολοταχώς
- ομίχλη
- ομμάτιο
- ομοπλοΐα
- ομοπλωτήρας
- ομότοιχος
- ομοχειρία
- όνευος
- ονίσκος
- ονόκομβος
- όνυξ
- οξύτατη
- οπλοδόκη
- οπτήρας
- οπτικά σήματα
- οργανέλο
- οργιά και οργυιά
- ορθοδρομία και ορθοδρόμηση
- όρθωσον
- ορμίδιο(ν)
- ορμιδοβόλος συσκευή
- ορμίζω
- ορμιόδεσμος
- όρμιση
- όρτσα
- ορτσάρω
- ουλαμηγός
- ουλαμός
- ουραγία
- ουραγός
- ουράδι(ο)
- ουριοδρομία
- οφθαλμός
- οψωνήτρια
- παγάδα
- παγαία
- πακέτο
- πάκτωμα και πάχτωμα
- παλαμάρι
- παλαμαριάζω και παλαμάρω
- παλάμη
- παλαμίζω
- παλιάρισμα
- παλινώριο
- πάλμα
- πάμφυλος
- πανί
- πάνιστρο
- παντερόλι
- παντιέρα και μπαντιέρα
- παπάζι
- παπάς και μπαμπάς
- παπαφίγ(κ)ος
- παπυρέλλα
- παραβάλλω
- παράβλημα
- παραβολή
- παραγάδι
- παραδαρμός
- παραδέρνω
- παραδέτης
- παραδιαβάθρα
- παραδολώνιο
- παρακάθετος
- παρακάμπτω
- παρακύλισμα και παρακύλημα
- παρακυλώ
- παραλλαγή
- παράλλαξη
- παραλλάσσω, -ττω
- παράμαλλο
- παράμεσος
- παραπέτο
- παράπλους
- παράρρυμα
- παραρτάνη
- παράσειο(ν)
- παράσελμα
- παρασιπάριο
- παρασκευαστήριο
- παρασκήνιο
- παραστάτης
- παραστήλιο
- παρασύνθημα
- παρασυστολέας
- παρασχοίνισμα
- παράταξη
- παράτονος
- παράφραγμα
- παραφωσώνιο(ν)
- παρέαση
- παρειά
- παρεκτρέπω
- παρεκτροπή
- παρεκτροπή πυξίδας
- παρεκτροπόμετρο
- παρέλκω
- πάρελξη
- παρέλωμα
- παρελώνω
- παρεμπόρευμα
- παρενθήκη
- παρεντομή
- παρεξάρτιο
- παρεπίτονος
- παρεάω, -ώ
- παρίσαλος
- παρίστιο
- πάρολκος
- παροξύνω
- παροπλίζω
- παροπλισμός
- παρο(υ)κέτο
- παρτέ(ν)τζα
- παρυπέρα
- παρυπήνη
- πασαδούρος
- πασαπόρτι
- πάσαρα
- πασατζέρικο
- πασσαλοσημαντήρας
- πατάνη
- παταράτσο
- πατερνάρω και πατουρνάρω
- πέδιλο
- πεζόβολος
- πείσμα
- πεισματ(ι)όδεσμος
- πεισμάτιο(ν)
- πέλλα
- πέλμα
- πέμπτος
- πέμφιγα και πέμφιδα
- περαδούρι
- περαματάρης
- περάτης και περατής
- περγαντί
- περιαγωγέας
- περιαγωγή
- περίαμμα
- περιλάβειο
- περίπλους
- περίπολος
- περίρραμμα
- περιστροφή
- περίτης
- περίτροχο
- πεσκάδα
- πεσκαδούρος
- πέτασμα
- πεταχτάρι
- πέτρα
- πετσάλι
- πετσώνω
- πηδάλιο
- πηδαλιουχείο
- πηδαλιουχία
- πηδαλιουχώ
- πηδοδόκη
- πηδόκρανο
- πηλίσκος
- πιάτο
- πιάνω
- πικάγιο
- πίκι
- πιλοτάγιο
- πιλοτάρισμα
- πιλοτιέρα
- πιλοτίνα
- πινελάρισμα
- πινελάρω
- πινέλι
- πινέλο
- πινό
- πίπο(υ)λο και πέπουλο
- πιρόγα
- πισσέψης
- πλάβα
- πλαγιάζω
- πλαγιαστήρας
- πλαγιοδέτης
- πλαγιοδέτηση
- πλαγιοδετώ
- πλαγιοδρομία
- πλαγιοδρομώ
- πλανάρω
- πλατύδεσμος
- πλεκτάνη
- πλεξίδα και πλεξούδα
- πλεούμενο
- πλεούσα
- πλευρά
- πλευρίζω και πλευρώνω
- πλευρικός
- πλεύση
- πλευστός
- πλευστότητα
- πλήμνη
- πλήρωμα
- πλησίστιος
- πλοηγεσία
- πλοήγηση
- πλοηγική σημαία
- Πλοηγική Υπηρεσία
- Πλοηγικός Σταθμός
- πλοηγός
- πλοιάριο
- πλοιαρχία
- πλοίαρχος
- πλοιαρχώ
- πλοϊκός
- πλοϊμότητα
- πλοιοκτησία
- πλοιοκτήτης
- πλους
- πλώρη και πλώρα
- πλωτήρας
- πλωτικός
- ποδάρι
- πόδεμα
- ποδεών
- πόδι
- ποδιά
- ποδίζω
- ποδίσκος
- ποδόδεσμος
- ποδοδέτης
- ποδότης
- ποδοχάρι
- ποδώ
- πόδωμα
- πόδωση
- ποδωτήρ(ας)
- πολάκα
- πολοδόκη
- πολυάγκιστρο
- πολύκωπος
- ποντίζω
- ποντίλι και ποντάλι
- πόντιση
- πόντισμα
- πόντισον
- ποντιστής
- ποντόνι
- ποντοπλοΐα
- ποντοπορία
- ποντοπόρος
- ποντοπορώ
- πορεία
- πορειογράφος
- πορθμείο
- πορθμεύω
- ποριώτης
- πόρκος
- πορτάδα
- πόρτο
- πορτογ(κ)έζα
- πορτολάνος ή πορτουλάνος
- πορτούζι και πουρτούζι και πουρτούλι
- πόστα1
- ποταμόμετρο
- πούντα
- πούντος
- πούπι
- πους
- πράγκα ή μπράγκα
- πραγκαρόλι
- πρατιγάρω
- πράτιγο
- πριάρι και προιάρι
- πρίνος
- προαναγγελία
- προβλήτα
- προβολή
- πρόβολος
- προγυμναστήριο
- προδετώ
- πρόθοος
- προΐστιο
- προκάθεμα
- πρόκωπος
- προλαμβάνω
- προλιμένας
- πρόμετρο
- προναύλωση
- πρόνευση
- προνευστάζω
- προνεύω
- προνόμιο
- προολκή
- πρόπους
- προσάγω
- προσαγωγή
- προσάραξη
- προσγιάλωση
- προσδετήρας
- προσηνεμώ
- προσλιμενίζω, -ομαι
- προσνήωση
- προσορμίζω
- πρόσω
- προτονίζω
- πρότονος
- προώστης
- πρύμα και πρίμα
- πρυμάτσα
- πρυματσάρω
- πρυμίζω
- πρύμισμα και πρύμνισμα
- πρυμναία και πρυμνήσια
- πρυμναίος
- πρύμνη και πρύμνα
- πρύμνηθεν
- πρυμνήτης
- πρυμνιό
- πρυμνοδέτης
- πρυμνόδετος
- πρυμνοδετώ
- πρυμοπλωρίζω
- πρύμος
- πρώρα και πλώρη και πλώρα
- πρώραθεν
- πρωραίος
- πρωράτης
- πρωρέας
- πρωτοκαπετάνιος
- πρώτος²
- πρωτοτάξιδος
- πτερύγιο
- πτερώνω
- πτέρωση
- πυξιδοθήκη
- πυράρχης
- πυραυλάκατος
- πυργίσκος
- πυριτοδόκη
- πυριτοδότης
- πυροβολικό
- πυροδότης
- πυροφάνι
- πυρσωρίδα
- ράδα
- ραδιοθάλαμος
- ράμμα
- ράντα
- ράξιμο
- ραφίδωμα
- ραφιδώνω και ραφιδεύω
- ρελεβάρω
- ρέλι
- ρεμετζάρω
- ρεμέτζο και ρεμέ(ντ)ζο
- ρεμούρκιο και ρεμούλκιο
- ρέντελα και ρεντίλα
- ρεσάλτο
- ρεφόρτσο
- ρίπος
- ρόδα
- ρόμβος
- ρότα
- ρουμπί
- ρούμπος
- ρύμα
- ρυμουλκιαδόρος και ρεμουλκιαδόρος
- ρυμουλκικά
- ρυμούλκι(ο)
- ρυμουλκό
- σαβούρα
- σαβουράδικο
- σαβούρωμα
- σαγιάρισμα
- σαγιάρω
- σαγιαφόρος και σαλιαφόρος
- σάγουλα
- σαΐκ(ι)
- σαΐτα και σαγίτα
- σακοθέσιο
- σάκος
- σαλαγγιά και σαλαγκιά
- σαλ(α)μάστρα
- σάλι
- σαλπάρισμα
- σαλπάρω
- σάμαινα
- σαμπάν(γκ)
- σαμπάνι και σαμπάνιο
- σαμπούκ
- σανιδόσκαλα
- σαντζακόσχοινο
- σάντολο
- σαρίκι
- σάρπι
- σάρωθρο
- σαχτούρι
- σβίγα
- σειρά
- σειράδιο
- σειροδέτηση
- σειρόδετος
- σειροδετώ
- σέλμα
- σεντίνα
- σεντινόνερο
- σερ(α)μπούνια
- σεραπινέλο
- σερβίτσιο
- σερμαγιά και σιρμαγιά
- σερνάμενο
- σέρφινγκ
- σέσουλα
- σε(σ)τάντε
- σήμα
- σημαιόδεσμος
- σημαιοστολισμός
- σημαιοφόρος
- σημαντήρας
- σημαντηρόδεσμος
- σημαντηρόσχοινο
- σηματόγραφο
- σηματογράφος
- σηματοδείκτης
- σηματοθέσιο, και σημαιοθέσιο(ν)
- σηματολόγηση
- σηματονόμος
- σηματοραφείο
- σηματόσφαιρα
- σηματόσχοινο
- σηματοτηλέγραφος
- σηματοφόρος ή σηματοφορέας ή σημαφόρος
- σηματωρείο
- σηματωρός
- σία
- σιάρω
- σιγουράρω
- σινιάλο και σενιάλο
- σιπάριο
- σίπαρος
- σκάλα
- σκαλιέρα
- σκαλμίσκος
- σκαλμοδόκη
- σκαλμός ή σκαρμός
- σκάλωμα
- σκαμνί
- σκαμπαβία
- σκαμπανεβάζω
- σκαμπανέβασμα
- σκαντάγιο και σκαντάλιο
- σκανταλόπετρα
- σκά(ν)τζα
- σκα(ν)τζακόσχοινο
- σκα(ν)τζάρω
- σκάπουλος
- σκαρμοδόκη
- σκαρώνω
- σκάτσα
- σκάφανδρο
- σκάφη
- σκαφίτης
- σκίαστρο
- σκολαρίτσι
- σκόλπο
- σκοπιωρείο
- σκοπιωρός
- σκοπόσημο
- σκόρτσο
- σκότα και σκόττα
- σκοτίνα
- σκούδρα
- σκουλάρω
- σκούνα
- σκουνιέρης
- σκουπαμάρα
- σκύλα
- σκυτάλη
- σκυταλοδέτης
- σλέπι
- σλουπ
- σμπίρος
- σνόρκελ
- σοβεντάρω
- σοβερτάρω και σουρβετάρω και σουρφετάρω
- σοβρανάρω
- σοκάρω
- σόντα
- σοντάρω
- σόπρα
- σοπράρω
- σπάδην
- σπαρολόγος
- σπεράντζα και σπεράντσα
- σπιάντζα
- σπογγαλιεία
- σπόρκα
- σπρινγκ
- σταβέντο και σταβέτο και σοττοβέντο
- στάδιο
- σταλία
- σταλίκι
- σταμίνα
- στανιάρισμα
- σ(τ)αντάρδο
- σταν-τεμόρος
- στάντες
- σταντζαβέλα
- σταντζιέρα και σκαντζιέρα
- στάντζος
- σταυρογάζι
- σταυρόδεσμος και σταυρόκομπος
- σταυρωτά
- σταφνοκάρι
- στεγανός
- στειρόπους
- στέλμα
- στηθοδέτης
- στήθος
- στηθούχος
- στήλη
- στήριγγα
- στιγκάρω
- στίγκος η στίγγος
- στίγμα
- στιμάρω
- στιούαρτ
- στοιβαδόρος
- στοιβασία
- στόκολο
- στολαρχία
- στολαρχίδα
- στολάρχης
- στόλαρχος
- στολίσκος
- στολοδρομία
- στόλος
- στορέας
- στραγγάλη και στραγγούλα
- στραγγαλισμός
- στραγγαλιστήρας
- στραγγαλόδεσμος
- στράλι(ο)
- στρειδολόγος
- στρεπτή
- στρεπτήρας
- στροφή
- στρόφος
- στρωμάτσο
- στυλίσκος
- στύπος
- συμπλοιοκτησία
- συμπλοιοκτήτης
- συνάγω
- σύναμμα
- συνδετήρας
- συνδέτης
- συνοδεία
- σύριγγα
- συρταρόλι και συρταρέλι
- συρτή και σουρτή
- συστολέας
- σφενδόνη
- σφιλάτσο
- σφουγγαράδικο
- σφουγγαράς
- σχάζω
- σχεδία
- σχοινοβόλο
- σώστρα
- σωτρόπι
- τάλια
- ταλιαμάς και νταλιαμάς
- ταλιμάνης και ταλλυμάνης
- ταμπάνι
- τάνκερ
- ταρσανάς και τερσανάς και αρσανάς
- ταχύμετρο
- ταχύπλοος
- ταχυπλοώ
- τελωνίδα και τελωνίς
- τέρθριος
- τέρμονας
- τεσσαροχάλης
- τεσταμόρος ή τεσταντεμόρος
- τεταρτορρόμβιο
- τετραπτέρυγος
- τετράχηλο
- τετραωρία
- τζένια
- τζένοα
- τζόγκα
- τηλεβόας
- τηλεγραφητής
- τηλεγραφικός
- τιμονιέρα
- τιμονιέρης
- τιραμόλα
- τιραμολάρισμα
- τιραμολάρω
- Τιτανικός
- τοιχαρχία
- τοίχαρχος
- τοιχίζω
- τοιχισμός
- τοίχος
- τοίχωμα
- τονάζ
- τονάρα
- τονελάδα
- τονοδέτης
- τόνος1
- τονοσύρτης
- τορπιλητής
- τορπιλισμός
- τορπιλοβόλο
- τορπιλοφόρο
- τουράκι
- τουρκέτης
- τουρκέτο
- τραβέρσα
- τραβερσάδα
- τραβερσάρω
- τραβέρσο
- τραβερσώνω
- τραγάνα
- τρακάρω και τρακέρνω
- τραμπάκουλο
- τραμπουκάρισμα
- τράτα
- τρατάρης
- τρατάρικο
- τράχηλος
- τραχήλωμα
- τρέσα*2
- τρίαινα
- τρίγγος και τρίγκος
- τρικράνι
- τριόπης
- τριπλέλικος
- τρίστηλος
- τρίτος
- τροκάδα
- τρόμπα και τρούμπα
- τρόμπα μαρίνα
- τροπίζω
- τροπισμός
- τροπιστήριο
- τροπώνω
- τροπωτήρας
- τρότσα
- τροχαλώς
- τσαμαδούρα
- τσαμαντάλι
- τσαπαρί
- τσατάλι και τσάταλο
- τσένερα
- τσερέκι
- τσερνίκι
- τσιβάδα και τζιβάδα
- τσιβαδιέρα
- τσιμάρω
- τσιμπούκι
- τσιπάδα και τσυπάδα
- τσίπος και τσύπος
- τσιτσαρόλι
- τσιφούτια
- τσούντα και τζούντα
- τσουντάρω και τζουντάρω
- τσουρμάρισμα
- τσουρμάρω και τσουρμάω
- τσούρμο
- τύλος
- υγραεριοφόρο
- υδροθήκη
- υδροναύτης
- υδρορροή
- υδροστάτης
- υδροστολή
- ύπαρχος
- υπέρα
- υπερκατασκευή
- υπέρπηγμα
- υπερστέγασμα
- υπερωκεάνιο
- υπεσχάριο
- υπήνη
- υπηρέσιο
- υπόδηση και υπόδεση
- υπόζωμα
- υποζώστρα
- υποθηκολόγιο
- υποθηκολόγος
- υποκελευστής
- υπολιμενάρχης
- υπολογιστής
- υποναύκληρος
- υποναυλώνω
- υποναύλωση
- υποναυπηγός
- υποπλοίαρχος
- υποπόδιο
- υποπράκτορας
- υπόπρυμνος
- υπόπρωρος
- υποπτερνίδα
- υπόπτερνος
- υποσκαλμίδα
- υποστάτης
- υποστέγασμα
- υπόστεγο
- υποστέλλω
- υποστολή
- υποστρέφω
- υποστροφή
- υπόστρωμα
- υποτελώνης
- υπόφραγμα
- υποφροντιστής
- ύφαλα
- υφαλοδείκτης και υφαλοδείχτης
- υφαλόχρωμα
- φαλαιναλιευτικός
- φαλαινοθήρας
- φαλαινοθηρία
- φάλιδο και φαλίδωμα
- φαλιδώνω
- φάλκα
- φάλκης
- φάλτσο
- φανάρι
- φανέστρα
- φανοδόχη
- φανοκόρος
- φανός
- φαροδείκτης
- φαροικία
- φαρόπλοιο
- φαροφύλακας
- φαροφυλακή
- φασίνα
- φάτνωμα
- φάτσα
- φατσάρω
- φελαδούρι και φιλαδούρι
- φελλομάννα
- φελούκα
- φέλσα και φέρσα
- φέρμα
- φερμάρω
- φιάμολα και φιάμπουλα
- φιγούρα
- φιλάνδρα και φιλάντρα
- φιλαρέτο
- φιμώνω
- φινεστρίνι και φινιστρίνι
- φιόγκος
- φλότα
- φλοτέρ
- φλοτίλια
- φόγος
- φοινικίδα
- φορός
- φορτσάτος
- φουντάρω
- φούντο
- φουρκαδέλλα
- φουρνιστή
- φούσκα
- φουσκοθαλασσιά
- φουσκονεριά
- φούσκος
- φουσκωτό
- φούχτα
- φρακτή και φραχτή
- φρεατίδα
- φρεάτιο
- φρένο
- φροντιστής
- φυλακή
- φυλακίδα
- φυλλίζω
- φυρονεριά
- φωκαλιευτικό
- φωλιά
- φώσωνας και φώσσωνας
- φωσωνίδα
- φωταγωγός
- φωτοσημαντήρας
- χαβαλές
- χαβούζα
- χαλαστήριο
- χαλάω και χαλώ και χαλνώ
- χαλκάδι
- χαλός
- χαμουλκός
- χαννικό
- χαπιαδόρος και χαπιαριστής
- χαπιάρισμα
- χαπιάρω
- χαρούπα
- χείμαρος
- χειραγωγός
- χειριστής
- χειροβολίδα
- χειρόδεσμος
- χέλυσμα
- χνάρι και αχνάρι
- χοινικίδα
- χολέρα
- χρονόμετρο
- χύδην
- χύση
- χωνί
- χωρητικότητα
- ψαλιδιά
- ψαλιδόδεσμος
- ψαράδικο
- ψαράς
- ψάρεμα
- ψαρική
- ψαρόβαρκα
- ψαροκάικο
- ψαροκάλαθο
- ψαροκαπετάνιος
- ψαροκόφινο
- ψαροπούλα
- ψαρότοπος
- ψέλιο
- ψευδοθύσανος
- ψήφος