navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έχμα

έχμα

το, ουσ.

  1. σιδερένια βέργα με λυγισμένα και τα δύο αιχμηρά άκρα της που χρησιμοποιείται, κυρίως, στους ξύλινους σκελετούς των οικοδομών, για τη σύνδεση δοκαριών
  2. (ναυτ.) μικρό κομμάτι ισχυρού σχοινιού με το οποίο συγκρατείται κάτι στο κατάστρωμα του πλοίου, ή για την πρόσδεση των λεμβών, κοινώς: μπότσος
  3. (μσν.) οτιδήποτε συγκρατεί κάτι, το στήριγμα, το έρεισμα
  4. (αρχ.) α) οτιδήποτε που είναι χρήσιμο για οχυρωματική οργάνωση ή κατασκευή, άμυνα εναντίον κάποιου ή υπεράσπιση, β) (φρ.) «ἔχματα νηῶν», τα δοκάρια με τα οποία κρατιόταν όρθιο το πλοίο όταν ανασυρόταν στην ξηρά.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔχμα, γεν. -ατος, [= αυτό που συγκρατεί, εμποδίζει, αναχαιτίζει] < ἔχω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έχμα», σ. 323. https://navalhistory.gr/lexiko/εχμα/