έχμα
το, ουσ.
- σιδερένια βέργα με λυγισμένα και τα δύο αιχμηρά άκρα της που χρησιμοποιείται, κυρίως, στους ξύλινους σκελετούς των οικοδομών, για τη σύνδεση δοκαριών
- (ναυτ.) μικρό κομμάτι ισχυρού σχοινιού με το οποίο συγκρατείται κάτι στο κατάστρωμα του πλοίου, ή για την πρόσδεση των λεμβών, κοινώς: μπότσος
- (μσν.) οτιδήποτε συγκρατεί κάτι, το στήριγμα, το έρεισμα
- (αρχ.) α) οτιδήποτε που είναι χρήσιμο για οχυρωματική οργάνωση ή κατασκευή, άμυνα εναντίον κάποιου ή υπεράσπιση, β) (φρ.) «ἔχματα νηῶν», τα δοκάρια με τα οποία κρατιόταν όρθιο το πλοίο όταν ανασυρόταν στην ξηρά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔχμα, γεν. -ατος, [= αυτό που συγκρατεί, εμποδίζει, αναχαιτίζει] < ἔχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έχμα», σ. 323. https://navalhistory.gr/lexiko/εχμα/