κάπος
ο, ουσ.
- (στρατ.) επί Τουρκοκρατίας: α) ο επικεφαλής της ομάδας των κλεφτών, β) ο αγροφύλακας με αυξημένες υπηρεσιακές δυνατότητες
- (ναυτ.) αξιωματικός υπηρεσίας της τετραωρίας [δηλ. της βάρδιας στο σκάφος].
Ετυμολογία
< ιταλ. ή βενετ. capo [= ο αρχηγός, ο ηγέτης, ο επικεφαλής, η κεφαλή, το μυαλό, ο νους, το άκρο, η αρχή, το τέλος, η λήξη, η κατάληξη, το τμήμα, το σημείο, το ακρωτήριο] < λατιν. caput [= κεφαλή]. Μουσώνας Τρελὸς μουσώνας ράγισε μεσονυχτὶς τὰ ρέλια. Στὸ χέρι σου χλωρὸ κλαρί, χαρτὶ κι ἕνα φτερό. Τέσσεροι κάμανε καιροὶ τὰ ροῦχα σου κουρέλια. Νὰ σὲ σκεπάσω θέλησα, γλιστρᾶς καὶ δὲ μπορῶ… Παρακαλῶ σε κάθησε νὰ ξημερώσει κάπως. Χρῶμα νὰ βρῶ, τὸ πράσινο καὶ τίντες μυστικές. Κι ἀπέ, τὸ θρύλο νὰ σοῦ πῶ ποὺ μοῦ ῾πε μαῦρος κάπος τὴ νύχτα ποὺ μᾶς ἔγλειφε φωτιὰ στὸ Μαρακές… Νίκος Καββαδίας
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάπος», σ. 404. https://navalhistory.gr/lexiko/καποσ/