επικελευστής
ο, επικελεύστρια, η, ουσ.
(ναυτ.) υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού (OR-7) και του Λιμενικού Σώματος, αντίστοιχος του επιλοχία στον Στρατό Ξηράς και του επισμηνία στην Πολεμική Αεροπορία.
Ετυμολογία
< επί + κελευστής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επικελευστής», σ. 291. https://navalhistory.gr/lexiko/επικελευστησ/