navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προβολή

προβολή

η, ουσ.

  1. η παρουσίαση εικόνων, με τη χρήση κάποιου προβολέα [δες λ.], και ειδικότερα κινηματογραφικής ταινίας, συνών. εμφάνιση
  2. η διαφημιστική καμπάνια κάποιου προσώπου ή αντικειμένου
  3. η προώθηση συγκεκριμένου εμπορεύματος σε κατάστημα
  4. (ναυτ.) η προέκταση στεριανής έκτασης εντός θαλάσσιου χώρου, συνών. προεξοχή, προεκβολή, αντών. εσοχή
  5. (αθλητ.) απομάκρυνση της μπάλας με προέκταση του ποδιού, συνών. τάκλιν
  6. (γεωμ.) απεικόνιση ενός συνόλου σημείων ή σχημάτων πάνω σε ευθεία, επίπεδο ή επιφάνεια
  7. (αστρον.) μέθοδος παρατήρησης του Ήλιου και των λεπτομερειών της επιφάνειάς του πάνω σε λευκό διάφραγμα
  8. (φρ.) «[ιατρ.] ινιακή, ισχιακή / κεντρική / πλάγια - ορθή μερκατορική / χαρτογραφική / κωνική / πολυκωνική / κινηματογραφική / τηλεοπτική / κυλινδρική / πολυεδρική / λοξοδρομική / μερκατορική / ορθογραφική / σκιαγραφική / στερεογραφική / αζιμουθιακή / κυλινδρική / κατακόρυφη ή πολική / εγκάρσια ή ισημερινή προβολή».

Ετυμολογία

< αρχ. προβολή [= ρίξιμο].

Παράγωγα

προβολικός.

Σύνθετα

αυτοπροβολή, ορθοπροβολή, υπερπροβολή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προβολή», σσ. 699-700. https://navalhistory.gr/lexiko/προβολη/