προβολή
η, ουσ.
- η παρουσίαση εικόνων, με τη χρήση κάποιου προβολέα [δες λ.], και ειδικότερα κινηματογραφικής ταινίας, συνών. εμφάνιση
- η διαφημιστική καμπάνια κάποιου προσώπου ή αντικειμένου
- η προώθηση συγκεκριμένου εμπορεύματος σε κατάστημα
- (ναυτ.) η προέκταση στεριανής έκτασης εντός θαλάσσιου χώρου, συνών. προεξοχή, προεκβολή, αντών. εσοχή
- (αθλητ.) απομάκρυνση της μπάλας με προέκταση του ποδιού, συνών. τάκλιν
- (γεωμ.) απεικόνιση ενός συνόλου σημείων ή σχημάτων πάνω σε ευθεία, επίπεδο ή επιφάνεια
- (αστρον.) μέθοδος παρατήρησης του Ήλιου και των λεπτομερειών της επιφάνειάς του πάνω σε λευκό διάφραγμα
- (φρ.) «[ιατρ.] ινιακή, ισχιακή / κεντρική / πλάγια - ορθή μερκατορική / χαρτογραφική / κωνική / πολυκωνική / κινηματογραφική / τηλεοπτική / κυλινδρική / πολυεδρική / λοξοδρομική / μερκατορική / ορθογραφική / σκιαγραφική / στερεογραφική / αζιμουθιακή / κυλινδρική / κατακόρυφη ή πολική / εγκάρσια ή ισημερινή προβολή».
Ετυμολογία
< αρχ. προβολή [= ρίξιμο].
Παράγωγα
προβολικός.
Σύνθετα
αυτοπροβολή, ορθοπροβολή, υπερπροβολή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προβολή», σσ. 699-700. https://navalhistory.gr/lexiko/προβολη/