φωταγωγός
ο, ουσ.
- αλλιώς και φεγγίτης, ελεύθερος χώρος στο εσωτερικό οικοδομής για φωτισμό και σωστότερο αερισμό των διαμερισμάτων
- (ναυτ.) σπιράγιο [= μικρή υπερκατασκευή με τζαμωτό].
Ετυμολογία
< μτγν. φωταγωγός < φως, πληθ. φώτ(α) + αγωγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωταγωγός», σ. 904. https://navalhistory.gr/lexiko/φωταγωγοσ/