navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φωταγωγός

φωταγωγός

ο, ουσ.

  1. αλλιώς και φεγγίτης, ελεύθερος χώρος στο εσωτερικό οικοδομής για φωτισμό και σωστότερο αερισμό των διαμερισμάτων
  2. (ναυτ.) σπιράγιο [= μικρή υπερκατασκευή με τζαμωτό].

Ετυμολογία

< μτγν. φωταγωγός < φως, πληθ. φώτ(α) + αγωγός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωταγωγός», σ. 904. https://navalhistory.gr/lexiko/φωταγωγοσ/