νηολογώ
ρ. [μετβ.]
(ναυτ.) καταχωρώ το πλοίο στο νηολόγιο [δες λ.], επίσημο βιβλίο της πολιτείας, και το εντάσσω στο δυναμικό του στόλου.
Ετυμολογία
< νη(ός)- + -ο- [Ιωνική διάλ. γεν. του αρχ. ναῦς = πλοίο] + -λογώ < λέγω [= συλλέγω, συγκεντρώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νηολογώ», σ. 575. https://navalhistory.gr/lexiko/νηολογω/