σαλπάρω
ρ. [αμετβ.]
- ξεκινώ για ταξίδι, φεύγω, συνών. αναχωρώ, ξεμακραίνω
- (ναυτ.) σηκώνω την άγκυρα και αναχωρώ, συνών. βιράρω, αποπλέω, αντών. αράζω.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. salpare [με αρχική σημασία σηκώνω την άγκυρα] < μσν. λατιν. serpare < μτγν. λατιν. exharpare < αρχ. ἐξαρπάζω [= σηκώνω].
Παράγωγα
σαλπάρισμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλπάρω», σ. 743. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλπαρω/