navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαλπάρω

σαλπάρω

ρ. [αμετβ.]

  1. ξεκινώ για ταξίδι, φεύγω, συνών. αναχωρώ, ξεμακραίνω
  2. (ναυτ.) σηκώνω την άγκυρα και αναχωρώ, συνών. βιράρω, αποπλέω, αντών. αράζω.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. salpare [με αρχική σημασία σηκώνω την άγκυρα] < μσν. λατιν. serpare < μτγν. λατιν. exharpare < αρχ. ἐξαρπάζω [= σηκώνω].

Παράγωγα

σαλπάρισμα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλπάρω», σ. 743. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλπαρω/