ναυτικό
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ναυτ.) το σύνολο των εμπορικών και πολεμικών πλοίων μιας χώρας καθώς και των πληρωμάτων τους όπως επίσης και το προσωπικό υποστήριξής τους στους λιμένες της επικράτειας, (φρ.) «το Εμπορικό / το Πολεμικό Ναυτικό», «το Βασιλικόν Ναυτικόν», η παλαιότερη ονομασία, έως το 1974, του Πολεμικού μας Ναυτικού.
Ετυμολογία
< αρχ. ναυτικόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτικό», σ. 567. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτικο/