δρύφακτο
Και: δρύφρακτο
το, ουσ.
- μετακινούμενη μπάρα ή δοκός που βρίσκεται στην είσοδο υπηρεσιακού ή εργοστασιακού χώρου ή σε χώρο πάρκινγκ, στρατοπέδων ή σε σημεία ελέγχου διέλευσης οχημάτων ή πεζών
- (ναυτ.) κουπαστή, παραπέτο, στηθαίο.
Ετυμολογία
< αρχ. δρύ-φακτος, ο, αντί δρύφρακτος (δρῦς, φράσσω) [= φράχτης ή κιγκλίδωμα, που χρησιμεύει στην περίφραξη των δικαστηρίων ή του βουλευτηρίου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δρύφακτο και δρύφρακτο», σ. 236. https://navalhistory.gr/lexiko/δρυφακτο-και-δρυφρακτο/