γάσ(σ)α
Και: γαντζα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(ναυτ.) α) [ιδιωματικό] ο κόμπος, ή η μόνιμη θηλιά που γίνεται στην άκρη του σκοινιού από τα μέρη που το απαρτίζουν [σε μορφή πλεξούδας] και η οποία χρησιμοποιείται για να δένεται εύκολα στη δέστρα ενός σκάφους, ή στη μπίντα του λιμανιού, ή για τη σύνδεση με άλλο σκοινί, ή στην κεραία, β) αγκύλη, δηλ. αγκίδα, κεντρί.
Ετυμολογία
< ιταλ. gassa.
Παράγωγα
γασέτα [= μικρή γάσα, μικρή αγκύλη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάσ(σ)α και γαντζα», σ. 177. https://navalhistory.gr/lexiko/γασσα-και-γαντζα/