navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκάφη

σκάφη

η, ουσ.

  1. οικιακή λεκάνη, πλαστική, ξύλινη ή μεταλλική παλαιότερα, κατάλληλη για το πλύσιμο των ρούχων
  2. (ναυτ.) μικρό ξύλινο σπογγαλιευτικό σκάφος που το μήκος του έφθανε τα 15 μ. και το πλάτος του τα 5μ., με αξιόλογο βύθισμα και ικανή ιστιοφορία, κατασκευαστικά το συναντάμε στα Δωδεκάνησα και ιδιαίτερα στη Σύμη.

Ετυμολογία

< αρχ. σκάφη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάφη», σ. 765. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαφη/