navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζούρλος

ζούρλος

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) κοντό σχοινί, συνήθως πλεκτό, με το οποίο δένουν κάτι στην κεραία του πλοίου, συνών. στέλμα
  2. (λαϊκ.) [ως επίθ.] αυτός που συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, συνών. κουζουλός, λωλός.

Ετυμολογία

< μσν. ζουρλός < βενετ. zurlon, ή

ή < ιταλ. gerlo ή gherlo.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζούρλος», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζουρλοσ/