ζούρλος
ο, ουσ.
- (ναυτ.) κοντό σχοινί, συνήθως πλεκτό, με το οποίο δένουν κάτι στην κεραία του πλοίου, συνών. στέλμα
- (λαϊκ.) [ως επίθ.] αυτός που συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, συνών. κουζουλός, λωλός.
Ετυμολογία
< μσν. ζουρλός < βενετ. zurlon, ή
ή < ιταλ. gerlo ή gherlo.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζούρλος», σ. 328. https://navalhistory.gr/lexiko/ζουρλοσ/