navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατσούλι

κατσούλι

το, ουσ.

  1. (ναυτ.) οριζόντιο σανίδι μπροστά από το πλωριό ποδόσταμα στα παλαιότερα ξύλινα αλιευτικά σκάφη, συνών. γκάγκα [βλάχικο]
  2. (ενδυμ.) είδος αντρικής μαντίλας των αγροτών
  3. γατάκι.

Ετυμολογία

< μσν. κατσούλι [ιδιωματικό].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατσούλι», σ. 423. https://navalhistory.gr/lexiko/κατσουλι/