δέσμη
η, ουσ.
- σύνολο από όμοια πράγματα που είναι δεμένα ή ενωμένα μεταξύ τους, (φρ.) «δέσμη εγγράφων / φωτεινών ακτίνων / καθοδικών ακτίνων / ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων / κεραιών / μέτρων / ακτινωτή / δοκών / πυροβολαρχίας»,
- (ναυτ.) α) ξύλα δεμένα πρόχειρα μεταξύ τους, που χρησιμεύουν στη ρυμούλκηση πλωτών μέσων, β) (ναυτ.) ποσότητα ξυλείας που πρόκειται να αντικαταστήσει κεραίες ή άλλα εξαρτήματα του σκάφους
- σύνολο μαθημάτων που προσδιορίζει την κατεύθυνση επιλογής στο εξεταστικό σχολικό μας σύστημα.
Ετυμολογία
< αρχ. δέσμη [= δεμάτι], σημδ. από τη γαλλ. faisceau ή την αγγλ. bundle.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δέσμη», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσμη/