τραμπάκουλο
το, ουσ.

- (ναυτ.) ογκώδες και αργό δικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο, με επίπεδο πυθμένα, οξύπρυμνο και με κυρτό πλωριό ποδόσταμα, παρόμοιο με την μπρατσέρα, συνήθως κακοσυντηρημένο, το συναντάμε, κυρίως, στην Αδριατική Θάλασσα
- (μτφ.) σωματώδης γυναίκα που βαδίζει πολύ αργά και κουνιέται με άγαρμπο τρόπο δεξιά - αριστερά, συνών. μαούνα, φώκια.
Ετυμολογία
< ιταλ. trabaccolo < βενετ. trabacolo < λατιν. trabecula, υποκ. του trabs [= στενόμακρο δοκάρι πλοίου].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τραμπάκουλο», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τραμπακουλο/