navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τραμπάκουλο

τραμπάκουλο

το, ουσ.

τραμπάκουλο, εικόνα από το έντυπο
  1. (ναυτ.) ογκώδες και αργό δικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο, με επίπεδο πυθμένα, οξύπρυμνο και με κυρτό πλωριό ποδόσταμα, παρόμοιο με την μπρατσέρα, συνήθως κακοσυντηρημένο, το συναντάμε, κυρίως, στην Αδριατική Θάλασσα
  2. (μτφ.) σωματώδης γυναίκα που βαδίζει πολύ αργά και κουνιέται με άγαρμπο τρόπο δεξιά - αριστερά, συνών. μαούνα, φώκια.

Ετυμολογία

< ιταλ. trabaccolo < βενετ. trabacolo < λατιν. trabecula, υποκ. του trabs [= στενόμακρο δοκάρι πλοίου].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τραμπάκουλο», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τραμπακουλο/