σ(τ)αντάρδο
το, ουσ.
- (ναυτ.) κοντάρι που βρίσκεται στην πρύμνη του πλοίου και χρησιμεύει για την έπαρση της εθνικής του σημαίας
- (συνεκδ.) α) η αναρτημένη σημαία του πλοίου, β) η οποιαδήποτε άλλη σημαία, αφού σε παλαιότερες εποχές κάθε καραβοκύρης είχε το δικό του μπαϊράκι, γ) αλλά και σημαία που κυματίζει σε ψηλό σημείο, όπως και σε μπαλκόνι.
Ετυμολογία
ίσως από το ιταλ. stendardo, ή
ή < βενετ. stendardo, ή
ή < αγγλ. standard, ως επίθ. [= καθιερωμένος, σταθερός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σ(τ)αντάρδο», σ. 781. https://navalhistory.gr/lexiko/στανταρδο/