βιτζιρέλο
το, ουσ.

(ναυτ.) μηχανισμός, ηλεκτροκίνητος ή χειροκίνητος [με τη βοήθεια μανέλας], για γρήγορη και εύκολη χρήση των πανιών, αποτελείται από ένα σύνολο γραναζιών στο εσωτερικό του, που σε συνδυασμό με την ορθή θέση του σώματος του ιστιοπλόου και την ακριβή κίνηση και έλξη που ασκεί μπορεί να φερμάρει με επιτυχία τα σχοινιά της ιστιοφορίας.
Ετυμολογία
< αγγλ. winch [= βίντζι, βαρούλκο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βιτζιρέλο», σ. 157. https://navalhistory.gr/lexiko/βιτζιρελο/