μπάνιο
το, ουσ.
- (αρχιτ.) λουτρό, ο χώρος του οικήματος για την προσωπική καθαριότητα του σώματος
- ο λουτήρας
- το πλύσιμο του σώματος
- θαλάσσιο λουτρό
- (πληθ.) λουτρά σε ιαματικές πηγές
- (ναυτ.) α) η μπροστινή πλευρά του ιστίου, β) [παρωχημένο] κάτεργο, φυλακή [< βενετ. banyo, ερμ. εκδοχή Π.Ε. Σεγδίτσας].
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. bagno < μτγν. λατιν. bannium < λατιν. balneum < ballineum < αρχ. βαλανεῖον < βαλανεύς [= ο υπηρέτης των λουτρών].
Παράγωγα
μπανιέρα, μπανιερό, μπανίζω, μπανιαρίζω > μπανιάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπάνιο», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπανιο/