navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπάνιο

μπάνιο

το, ουσ.

  1. (αρχιτ.) λουτρό, ο χώρος του οικήματος για την προσωπική καθαριότητα του σώματος
  2. ο λουτήρας
  3. το πλύσιμο του σώματος
  4. θαλάσσιο λουτρό
  5. (πληθ.) λουτρά σε ιαματικές πηγές
  6. (ναυτ.) α) η μπροστινή πλευρά του ιστίου, β) [παρωχημένο] κάτεργο, φυλακή [< βενετ. banyo, ερμ. εκδοχή Π.Ε. Σεγδίτσας].

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < ιταλ. bagno < μτγν. λατιν. bannium < λατιν. balneum < ballineum < αρχ. βαλανεῖον < βαλανεύς [= ο υπηρέτης των λουτρών].

Παράγωγα

μπανιέρα, μπανιερό, μπανίζω, μπανιαρίζω > μπανιάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπάνιο», σ. 542. https://navalhistory.gr/lexiko/μπανιο/