απόσταση
η, ουσ.
- το μήκος της ευθείας που χωρίζει ένα σημείο ή ένα σώμα από κάποιο άλλο
- το μήκος της διαδρομής που διατρέχει κάποιος ανάμεσα σε δύο σημεία
- το χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο γεγονότα ή περιόδους
- (ναυτ.) στη ναυσιπλοΐα και γενικά στη ναυτιλία το μήκος της συντομότερης και ασφαλούς γραμμής που συνδέει δύο τόπους
- (μτφ.) η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε πρόσωπα ή σε πράγματα ως προς την αξία, την ποιότητα, το ποσό ή το ποιόν, (φρ.) «απόσταση μεταξύ λόγων και έργων / ασφαλείας / βολής», «ζενιθία / περιηλιακή / πολική / γωνιώδης απόσταση».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόστα(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόσταση», σ. 111. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσταση/