navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πηδαλιουχώ

πηδαλιουχώ

ρ. [μετβ.]

  1. (ναυτ.) χειρίζομαι το πηδάλιο, κατευθύνω το πλοίο, κυβερνώ το πλοίο κάνοντας χρήση του πηδαλίου, είμαι πηδαλιούχος, τιμονιάρω
  2. (μτφ.) κυβερνώ, διοικώ.

Ετυμολογία

< πηδαλιούχος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πηδαλιουχώ», σ. 661. https://navalhistory.gr/lexiko/πηδαλιουχω/