μπρατσόλι
το, ουσ.
- στήριγμα πολυθρόνας
- (ναυτ.) α) ξύλινο τείχος που ενώνει δυο τμήματα του ιστιοφόρου, β) κρεμαστάρι της καμπίνας του πλοίου, γ) χαλύβδινη γωνιακή σύνδεση, που ενώνει το καμάρι και την πόστα με τα πλευρικά τοιχώματα του σκάφους, στραβόξυλο σε σχήμα αμβλείας γωνίας.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. bracciale [= βραχιόλι] < λατιν. brachiolis [= περιβραχιόνιο] < brachium < αρχ. βραχίων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπρατσόλι», σσ. 554-555. https://navalhistory.gr/lexiko/μπρατσολι/