navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παραδαρμός

παραδαρμός

ο, και παράδαρμα, το, ουσ.

  1. (ναυτ.) πάλη με τα κύματα, ο κλυδωνισμός
  2. (μτφ.) δυσάρεστες καταστάσεις με σοβαρές συνέπειες στη ζωή του ατόμου, τα βάσανα.

Ετυμολογία

< παραδαρ- (< παραδέρνω) -μός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραδαρμός», σ. 629. https://navalhistory.gr/lexiko/παραδαρμοσ/