παραδαρμός
ο, και παράδαρμα, το, ουσ.
- (ναυτ.) πάλη με τα κύματα, ο κλυδωνισμός
- (μτφ.) δυσάρεστες καταστάσεις με σοβαρές συνέπειες στη ζωή του ατόμου, τα βάσανα.
Ετυμολογία
< παραδαρ- (< παραδέρνω) -μός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραδαρμός», σ. 629. https://navalhistory.gr/lexiko/παραδαρμοσ/