πρόσω
επίρρ. τροπικό και πρόσσω
- (για κίνηση) προς τα εμπρός
- (ναυτ.) τύπος προσταγής [παράγγελμα] του καπετάνιου προς τον μηχανικό να κινήσει το πλοίο προς τα εμπρός αυξάνοντας την ταχύτητα στο μέγιστο βαθμό, (φρ.) «πρόσω ολοταχώς / αργά», 3.| [ως ουσ.] (στρατ.) η πρώτη γραμμή του μετώπου.
Ετυμολογία
< αρχ. πρόσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόσω», σ. 708. https://navalhistory.gr/lexiko/προσω/