navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρόσω

πρόσω

επίρρ. τροπικό και πρόσσω

  1. (για κίνηση) προς τα εμπρός
  2. (ναυτ.) τύπος προσταγής [παράγγελμα] του καπετάνιου προς τον μηχανικό να κινήσει το πλοίο προς τα εμπρός αυξάνοντας την ταχύτητα στο μέγιστο βαθμό, (φρ.) «πρόσω ολοταχώς / αργά», 3.| [ως ουσ.] (στρατ.) η πρώτη γραμμή του μετώπου.

Ετυμολογία

< αρχ. πρόσω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόσω», σ. 708. https://navalhistory.gr/lexiko/προσω/