ηλακάτη
η, ουσ.

- επιμήκης ξύλινη ράβδος στην οποία τοποθετείται μία ποσότητα μαλλιού για γνέσιμο, η ρόκα
- οτιδήποτε που μοιάζει με ρόκα
- (ναυτ.) είδος μηχανήματος με το οποίο τραβούσαν από τη θάλασσα δίχτυα ή άλλα αντικείμενα, αλλιώς [λαϊκά]: όνος
- βέλος κατασκευασμένο από καλάμι, αδράχτι, άτρακτος
- (ναυπ.) το πιο υψηλό τμήμα του καταρτιού, πάνω από το θωράκιο, το οποίο είναι διογκωμένο με τρύπα στη μέση, σημείο απ’ όπου διέρχεται η υπέρα της κεραίας, κοινώς: πίπολο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἠλακάτη, ἡ, Δωρ. τ. ἠλακάτα ή ἀλακάτα [= 1. η ρόκα, 2. (φρ.) «ἡ ἠλακάτη τοῦ ἀτράκτου», το ανώτατο μέρος του ιστού, το οποίο ήταν φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να περιστρέφεται, L&Sc].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλακάτη», σ. 332. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλακατη/