navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Η › ηλακάτη

ηλακάτη

η, ουσ.

ηλακάτη, εικόνα από το έντυπο
  1. επιμήκης ξύλινη ράβδος στην οποία τοποθετείται μία ποσότητα μαλλιού για γνέσιμο, η ρόκα
  2. οτιδήποτε που μοιάζει με ρόκα
  3. (ναυτ.) είδος μηχανήματος με το οποίο τραβούσαν από τη θάλασσα δίχτυα ή άλλα αντικείμενα, αλλιώς [λαϊκά]: όνος
  4. βέλος κατασκευασμένο από καλάμι, αδράχτι, άτρακτος
  5. (ναυπ.) το πιο υψηλό τμήμα του καταρτιού, πάνω από το θωράκιο, το οποίο είναι διογκωμένο με τρύπα στη μέση, σημείο απ’ όπου διέρχεται η υπέρα της κεραίας, κοινώς: πίπολο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἠλακάτη, ἡ, Δωρ. τ. ἠλακάτα ή ἀλακάτα [= 1. η ρόκα, 2. (φρ.) «ἡ ἠλακάτη τοῦ ἀτράκτου», το ανώτατο μέρος του ιστού, το οποίο ήταν φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να περιστρέφεται, L&Sc].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ηλακάτη», σ. 332. https://navalhistory.gr/lexiko/ηλακατη/