navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μουράτο

μουράτο

το, μουράδα και μουράτα, η, ουσ.

(ναυτ.) το πλαϊνό τοίχωμα του σκάφους πάνω από τη γραμμή επίπλευσης.

Ετυμολογία

< ιταλ. murata.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μουράτο», σ. 536. https://navalhistory.gr/lexiko/μουρατο/