(ι)βιλάι
το, άκλ. ουσ.

(ναυτ.) ακρόκομπος ορμιδίου, λεπτό σχοινί με βαρίδι στην μία άκρη του, ή με χοντρό κόμπο του ίδιου σχοινιού σε σχήμα μπάλας, αλλιώς: «γροθιά της μαϊμούς», που στην άλλη άκρη του είναι δεμένο βαρύτερο σχοινί.
Ετυμολογία
από παραφθορά του αγγλικού heaving line < ρ. heave [= υψώνω, ρυμουλκώ] + line [= γραμμή - σχοινί].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(ι)βιλάι», σ. 364. https://navalhistory.gr/lexiko/ιβιλαι/