navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κουζουλούκι

κουζουλούκι

το, ουσ.

  1. στρίψιμο, καμπύλη, ελιγμός
  2. (μτφ.) παραπάτημα, τρέκλισμα
  3. (ναυτ.) «κάνω κουζουλούκια» ή «καλάρω κουζουλούκια», δηλ. καλάρω [δες λ.] τα δίχτυα ή τα παραγάδια, όχι σε ευθεία αλλά κάνοντας ζικ - ζακ.

Ετυμολογία

ίσως από το κουζουλός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουζουλούκι», σ. 453. https://navalhistory.gr/lexiko/κουζουλουκι/