navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τορπιλισμός

τορπιλισμός

ο, ουσ.

(ναυτ.) η ενέργεια του τορπιλίζω:

  1. επίθεση εναντίον εχθρικού σκάφους και ανατίναξή του με τορπίλη
  2. (μτφ.) ύπουλη ενέργεια που αποσκοπεί στη ματαίωση κάποιου έργου.

Ετυμολογία

< τορπιλί(ζω) + -μός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τορπιλισμός», σ. 837. https://navalhistory.gr/lexiko/τορπιλισμοσ/