μερλίνο
το, ουσ.
(ναυτ.) πολύ λεπτό αλλά εξαιρετικής αντοχής σχοινί, είδος σπάγκου από λινά ή καννάβινα κλώσματα, κατάλληλο στη ραφή ή επιδιόρθωση της οθόνης (καραβόπανου) ή των ιστίων (δηλ. των πανιών) ή των προστατευτικών καλυμμάτων στομίων κυτών (δηλ. των αμπαριών), συνών. μέρμιθος, [ο] ή μέρμιθα, [η] ή μερμίθι, [το].
Ετυμολογία
< βενετ. merlin.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μερλίνο», σ. 512. https://navalhistory.gr/lexiko/μερλινο/