ναυτολογικός
-ή, -ό, επίθ.
(ναυτ.) αυτός που σχετίζεται με τη διαδικασία της ναυτολόγησης.
Ετυμολογία
< μτγν. ναυτολόγ(ος) [= αυτός που φροντίζει για την πρόσληψη ναυτών] + - ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτολογικός», σ. 568. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτολογικοσ/