υποθηκολόγος
ο, ουσ.
(ναυτ.) αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος που τηρεί το ναυτικό υποθηκολόγιο στη λιμενική βάση που υπηρετεί.
Ετυμολογία
< υποθήκ(η) -ο- + -λόγος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποθηκολόγος», σ. 873. https://navalhistory.gr/lexiko/υποθηκολογοσ/