κλειδί
το, ουσ.
- (εργαλ.) α) μεταλλικό εργαλείο που ανοίγει ή κλείνει κλειδαριές, β) ειδικό εργαλείο για την περιστροφή βιδών
- (μτφ.) στενό πέρασμα στα βουνά
- (μτφ.) άνθρωπος που κατέχει σπουδαία θέση στη λειτουργία ενός μηχανισμού
- (μουσ.) γνώμονας που μπαίνει στην αρχή του πενταγράμμου
- μηχάνημα με το οποίο επιτυγχάνεται η αλλαγή των σιδηροδρομικών γραμμών
- (ναυτ.) α) μεταλλικός σύνδεσμος για ένωση των κρίκων της αλυσίδας πλοίου, ή της αλυσίδας με την άγκυρα, β) καδένα μήκους 15 οργιών [15x1.83 = 27.45 μ.].
Ετυμολογία
< αρχ. κλειδίον, υποκ. του κλείς, γεν. κλειδός [= 1. μοχλός ή μάνταλο, σύρτης, που σύρεται έξω ή μέσα με λουκέτο ή ιμάντα, 2. είδος γάντζου ή άγκιστρου, μέσω του οποίου σφαλιζόταν ή απασφαλιζόταν απέξω η αμπάρα, 3. άγκιστρο ή γλώσσα πόρπης, 4. κωπηλατικός πάγκος, ο οποίος κλείδωνε μαζί τις πλευρές του πλοίου, 5. πορθμός θάλασσας, χαμηλή νησίδα, ξέρα μιας χώρας, 6. στενό, ισθμός, L&Sc].
Παράγωγα
κλειδαράς [= κλειθροποιός], κλειδάς, κλειδώνω.
Σύνθετα
κλειδοκράτορας, κλειδοκόκαλο, κλειδοκύμβαλο, κλειδομανταλώνω, κλειδοπίνακο, κλειδοποιία, κλειδοποιός, κλειδοστομιάζω, κλειδούχος, κλειδοφύλακας, κλειδοχρονιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλειδί», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλειδι/