navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μπράτσο

μπράτσο

το, ουσ.

  1. (ανατ.) το μυώδες τμήμα του χεριού από τον αγκώνα ως την ωμοπλάτη, βραχίονας
  2. καθένα από τα πλάγια τμήματα της πολυθρόνας
  3. (μαθημ.) μέτρο μήκους
  4. (ναυτ.) σχοινί ιστιοφόρων για την τακτοποίηση των κεραιών του σκάφους, ολκός κεραίας.

Ετυμολογία

< (αντιδάνειο) < βενετ. brazzo ή ιταλ. braccio < λατιν. brachium < αρχ. βραχίων.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπράτσο», σ. 554. https://navalhistory.gr/lexiko/μπρατσο/