μπράτσο
το, ουσ.
- (ανατ.) το μυώδες τμήμα του χεριού από τον αγκώνα ως την ωμοπλάτη, βραχίονας
- καθένα από τα πλάγια τμήματα της πολυθρόνας
- (μαθημ.) μέτρο μήκους
- (ναυτ.) σχοινί ιστιοφόρων για την τακτοποίηση των κεραιών του σκάφους, ολκός κεραίας.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) < βενετ. brazzo ή ιταλ. braccio < λατιν. brachium < αρχ. βραχίων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπράτσο», σ. 554. https://navalhistory.gr/lexiko/μπρατσο/