ρίπος
ο, ουσ.
- καλαμωτή, ψάθα
- πλέγμα φτιαγμένο από βούρλα για στρώσιμο στο έδαφος
- (ναυτ.) α) πλέγμα από φθαρμένα σχοινιά που προστατεύει καραβόσχοινα κατά τη διαδικασία της περιτύλιξή τους, μπαγ(ι)έτο, παλιέτα, β) κατασκευή από καραβόπανο και στουπιά με την οποία καλύπτουμε ρήγμα στο σκάφος.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥῖπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίπος», σ. 732. https://navalhistory.gr/lexiko/ριποσ/