navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρίπος

ρίπος

ο, ουσ.

  1. καλαμωτή, ψάθα
  2. πλέγμα φτιαγμένο από βούρλα για στρώσιμο στο έδαφος
  3. (ναυτ.) α) πλέγμα από φθαρμένα σχοινιά που προστατεύει καραβόσχοινα κατά τη διαδικασία της περιτύλιξή τους, μπαγ(ι)έτο, παλιέτα, β) κατασκευή από καραβόπανο και στουπιά με την οποία καλύπτουμε ρήγμα στο σκάφος.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥῖπος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίπος», σ. 732. https://navalhistory.gr/lexiko/ριποσ/