navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φλοτέρ

φλοτέρ

το, άκλ. ουσ.

  1. (τεχνολ.) συσκευή που εμποδίζει το ξεχείλισμα νερού [υπερχείλιση] σε δεξαμενή, σε καζανάκι κ.λπ.
  2. κάθε ελαφρύ σώμα που μπορεί να επιπλέει στο νερό ή σε κάποιο άλλο υγρό ή κρατάει ένα άλλο σώμα στην επιφάνεια, ο πλωτήρας
  3. (τεχνολ.) καθεμιά από τις στεγανές βάρκες των υδροπλάνων με τις οποίες αυτά στηρίζονται στο νερό
  4. (ναυτ.) σημαντήρες που επιπλέουν κι είναι χρήσιμοι στη ναυτιλία και την αλιεία.

Ετυμολογία

< γαλλ. flotteur < flotter [= επιπλέω] < flot [= κύμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φλοτέρ», σ. 892. https://navalhistory.gr/lexiko/φλοτερ/