φλοτέρ
το, άκλ. ουσ.
- (τεχνολ.) συσκευή που εμποδίζει το ξεχείλισμα νερού [υπερχείλιση] σε δεξαμενή, σε καζανάκι κ.λπ.
- κάθε ελαφρύ σώμα που μπορεί να επιπλέει στο νερό ή σε κάποιο άλλο υγρό ή κρατάει ένα άλλο σώμα στην επιφάνεια, ο πλωτήρας
- (τεχνολ.) καθεμιά από τις στεγανές βάρκες των υδροπλάνων με τις οποίες αυτά στηρίζονται στο νερό
- (ναυτ.) σημαντήρες που επιπλέουν κι είναι χρήσιμοι στη ναυτιλία και την αλιεία.
Ετυμολογία
< γαλλ. flotteur < flotter [= επιπλέω] < flot [= κύμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φλοτέρ», σ. 892. https://navalhistory.gr/lexiko/φλοτερ/