απόγειο
το, ουσ.
- (αστρον.) το μέγιστο σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου από τη γη, αντών. περίγειο
- (μτφ.) το αποκορύφωμα, το ανώτερο σημείο
- (ναυτ.) [παρωχημένο] παλαμάρι.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀπόγειον, ουδ. του επιθ. ἀπόγειος < ἀπό + -γειος (< γαῖα - γῆ).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόγειο», σ. 105. https://navalhistory.gr/lexiko/απογειο/