σκανταλόπετρα
η, ουσ.

(ναυτ.) κομμάτι πέτρας, από μάρμαρο η γρανίτη, με στρογγυλεμένες γωνίες, βάρους από 8- 14 κιλά, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι σφουγγαράδες - δύτες σε παλαιότερες εποχές ως καταδυτικό εργαλείο, συνών. καμπανελόπετρα ή καμπανέλι [στη Σύμη].
Ετυμολογία
< σκάνταλο + πέτρα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκανταλόπετρα», σ. 763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκανταλοπετρα/