navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σφενδόνη

σφενδόνη

η, ουσ.

  1. (στρατ.) είδος όπλου κατασκευασμένο από δύο δερμάτινους ιμάντες που εσωκλείουν θήκη για την τοποθέτηση και εκτίναξη του βλήματος, σφεντόνα
  2. (αρχιτ.) το πεταλοειδές σημείο του σταδίου
  3. (ναυτ.) κόμπος που δημιουργείται στο κυρίως σώμα του σχοινιού και όχι στις άκρες κι επιτρέπει γρήγορα και με ασφάλεια την επιμήκυνση ή τον περιορισμό του σχοινιού, συνών. μπέζα.

Ετυμολογία

< αρχ. σφενδόνη.

Παράγωγα

σφενδονήτης [= οπλίτης κατά την αρχαιότητα που έφερε σφενδόνη για όπλο].

Σύνθετα

σφενδονοειδής.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφενδόνη», σ. 810. https://navalhistory.gr/lexiko/σφενδονη/