σφενδόνη
η, ουσ.
- (στρατ.) είδος όπλου κατασκευασμένο από δύο δερμάτινους ιμάντες που εσωκλείουν θήκη για την τοποθέτηση και εκτίναξη του βλήματος, σφεντόνα
- (αρχιτ.) το πεταλοειδές σημείο του σταδίου
- (ναυτ.) κόμπος που δημιουργείται στο κυρίως σώμα του σχοινιού και όχι στις άκρες κι επιτρέπει γρήγορα και με ασφάλεια την επιμήκυνση ή τον περιορισμό του σχοινιού, συνών. μπέζα.
Ετυμολογία
< αρχ. σφενδόνη.
Παράγωγα
σφενδονήτης [= οπλίτης κατά την αρχαιότητα που έφερε σφενδόνη για όπλο].
Σύνθετα
σφενδονοειδής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφενδόνη», σ. 810. https://navalhistory.gr/lexiko/σφενδονη/