κέρκος
το, ουσ.
- ουρά ζώου
- χερούλι
- (εντομ.) είδος βλαβερού εντόμου
- φαλλός
- γλώσσα φωτιάς
- (ναυτ.) μακριά κεραία κάθετη πάνω στον ιστό του επιδρόμου με κατεύθυνση προς την πρύμνη του πλοίου, βάση στήριξης πανιού, κοινώς: ράντα, μάτσα, αλλά και μπούμα της ράντας, (φρ.) «δίχαλο / ορθωτήρας / στηρίγματα / τύλοι, αλλιώς τάκοι / τρόχιλος κέρκου».
Ετυμολογία
< αρχ. κέρκος [= ουρά ζώου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέρκος», σ. 429. https://navalhistory.gr/lexiko/κερκοσ/