navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κέρκος

κέρκος

το, ουσ.

  1. ουρά ζώου
  2. χερούλι
  3. (εντομ.) είδος βλαβερού εντόμου
  4. φαλλός
  5. γλώσσα φωτιάς
  6. (ναυτ.) μακριά κεραία κάθετη πάνω στον ιστό του επιδρόμου με κατεύθυνση προς την πρύμνη του πλοίου, βάση στήριξης πανιού, κοινώς: ράντα, μάτσα, αλλά και μπούμα της ράντας, (φρ.) «δίχαλο / ορθωτήρας / στηρίγματα / τύλοι, αλλιώς τάκοι / τρόχιλος κέρκου».

Ετυμολογία

< αρχ. κέρκος [= ουρά ζώου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέρκος», σ. 429. https://navalhistory.gr/lexiko/κερκοσ/