πλευρά
η, ουσ.
- καθεμιά από τις εξωτερικές επιφάνειες ενός αντικειμένου, στα δεξιά ή αριστερά, μπρος ή πίσω, πάνω ή κάτω
- (γεωμ.) καθεμιά από τις ευθείες που ορίζουν ένα σχήμα, αλλά και επίπεδη επιφάνεια στερεού σώματος, έδρα
- (ανατ.) καθένα από τα οστά του θώρακα, καθώς και το αντίστοιχο μέρος του σώματος ζώων ή σφαγίων, συνών. παΐδι
- (μτφ.) καθένα από τα δύο ή περισσότερα μέρη που αντιπαρατίθενται ή που υποστηρίζουν σε διαδικασία συζήτησης διαφορετικές απόψεις
- (ναυτ.) η πλάγια επιφάνεια του πλοίου.
Ετυμολογία
< αρχ. πλευρά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλευρά», σ. 672. https://navalhistory.gr/lexiko/πλευρα/