navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ορτσάρω

ορτσάρω

ρ. [μετβ. κ. αμετβ.]

(ναυτ.) α) στρέφω το σκάφος αντίθετα προς την διεύθυνση του ανέμου, αντών. ποντζάρω, β) αξιοποιώ την φορά και ένταση του ανέμου σε ιστιοφόρο σκάφος για όσο πιο αποτελεσματική πλεύση.

Ετυμολογία

< ιταλ. ρ. orzar€ + -ω.

Παράγωγα

ορτσάρισμα.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορτσάρω», σσ. 613-614. https://navalhistory.gr/lexiko/ορτσαρω/