navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σήμα

σήμα

το, ουσ.

  1. (οικον.) α) διακριτικό σημάδι που πιστοποιεί την προέλευση των προϊόντων, β) το κατοχυρωμένο εμπορικό σχέδιο που αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα επιχείρησης
  2. (στρατ.) διακριτικό σημάδι σε στρατιωτική στολή
  3. κάθε κίνηση που επιδιώκει τη μετάδοση ενός μηνύματος
  4. μήνυμα ή διαταγή που μεταδίδεται κυρίως με μηχανικά μέσα
  5. (ναυτ.) α) διεθνές διακριτικό γνώρισμα που δηλώνει την ταυτότητα κάθε πλοίου καθαρής χωρητικότητας 30 κόρων και άνω, β) καθεμιά από τις πολύμορφες, σχεδιαστικά και χρωματικά, μικρές σημαίες των σκαφών με τις οποίες πραγματοποιούνται οι συνεννοήσεις μεταξύ των πλοίων, κοινώς: σινιάλο
  6. (φρ.) «σήμα κινδύνου / διαρροής / πυρκαγιάς / απόπλου - απάρσεως / θυέλλης / καθάρσεως / κακοκαιρίας / κλήσεως / λιμένος / ομίχλης / νηοπομπής / στίγματος / εμπορικό / βιομηχανικό / ηχητικό / οπτικό / προειδοποιητικό / φωτεινό / κατατεθέν / κατωφλίου», «σήματα μορς / οδικής κυκλοφορίας / οδήγησης πορείας / ναυτικά / διακριτικά».

Ετυμολογία

< αρχ. σῆμα [= σημάδι, δείγμα].

Σύνθετα

σηματολόγιο, σηματοθέσιο, σηματογράφος, σηματοδότης, σηματονόμος, σηματόσφαιρα, σηματόσχοινο, σηματοτηλέγραφος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σήμα», σ. 753. https://navalhistory.gr/lexiko/σημα/