ανεμούριο
το, ουσ.

α) (μετεωρ.) όργανο που θυμίζει τρύπια κωνική σακούλα και δείχνει την κατεύθυνση του ανέμου, συνών. ανεμοδούρι, β) (ναυτ.) χρωματιστές υφασμάτινες ταινίες που στερεώνονται με το ένα άκρο τους στο ιστίο ή στους παράτονους και φανερώνουν τη διεύθυνση του ανέμου.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνεμούριον [= ο ανεμόμυλος και ο ανεμοδείκτης] < αρχ. οὖρος [= ευνοϊκός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμούριο», σ. 89. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμουριο/