κουβάς
ο, ουσ.
- ανοικτό δοχείο, μεταλλικό, πλαστικό ή ξύλινο, σε σχήμα κόλουρου κώνου, κατάλληλο για τη μεταφορά ή την άντληση νερού, συνών. κάδος, μαστέλο, καπράτσι, μπακράτσι
- (ναυτ.) δοχείο σε πλοίο, που χρησιμοποιείται ως εμετοδοχείο, αλλιώς «λεκάνη ναυτίας»
- περιστρεφόμενο δοχείο μπετονιέρας
- (σκωπτ.) μικρό αυτοκίνητο.
Ετυμολογία
< μσν. κουβάς < τουρκ. kova.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουβάς», σ. 452. https://navalhistory.gr/lexiko/κουβασ/