navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρβουνιάρικο

καρβουνιάρικο

το, ουσ.

  1. μαγαζί που πουλά κάρβουνα, συνών. ανθρακοπωλείο, γαιανθρακαποθήκη, καρβουναποθήκη, καρβουνιέρα και καρβουνιάρα, καρβουνάδικο, καρβουνοπωλείο
  2. (ναυτ.) φορτηγό πλοίο που μεταφέρει αποκλειστικά κάρβουνο
  3. [ως κύρ. όν.:] τα Καρβουνιάρικα, παράκτια περιοχή του Πειραιά, από τον Ναό του Αγίου Νικολάου μέχρι και του άλλοτε Βασιλικού Περιπτέρου, το γνωστό ως «Παλατάκι».

Ετυμολογία

< λατιν. carbo [= άνθρακας] + [επίθημα ουδ. ουσ.] -άρικο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρβουνιάρικο», σσ. 407-408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρβουνιαρικο/