καρβουνιάρικο
το, ουσ.
- μαγαζί που πουλά κάρβουνα, συνών. ανθρακοπωλείο, γαιανθρακαποθήκη, καρβουναποθήκη, καρβουνιέρα και καρβουνιάρα, καρβουνάδικο, καρβουνοπωλείο
- (ναυτ.) φορτηγό πλοίο που μεταφέρει αποκλειστικά κάρβουνο
- [ως κύρ. όν.:] τα Καρβουνιάρικα, παράκτια περιοχή του Πειραιά, από τον Ναό του Αγίου Νικολάου μέχρι και του άλλοτε Βασιλικού Περιπτέρου, το γνωστό ως «Παλατάκι».
Ετυμολογία
< λατιν. carbo [= άνθρακας] + [επίθημα ουδ. ουσ.] -άρικο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρβουνιάρικο», σσ. 407-408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρβουνιαρικο/