σκούδρα
η, ουσ.
(ναυτ.) ένας από τους στύλους που στηρίζουν τα ακριανά τμήματα του σκάφους [στο σημείο της στείρας, αλλιώς κοράκι] με σκοπό τον περιορισμό της πίεσης στα σημεία πρώρας και πρύμνης, κατά τη φάση της ναυπήγησης ή της συντήρησής του, συνών. απώστης.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκούδρα», σ. 770. https://navalhistory.gr/lexiko/σκουδρα/