αλαργάρω
ρ. [αμετβ. και μετβ.]
- απομακρύνω κάποιον ή κάτι από κάπου, απωθώ
- (ναυτ.) απομακρύνομαι, ξεμακραίνω.
Ετυμολογία
< ιταλ. allargare [= εκτείνω, εκτείνομαι] < alla larga [= στο ανοιχτό πέλαγος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλαργάρω», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλαργαρω/