navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλαργάρω

αλαργάρω

ρ. [αμετβ. και μετβ.]

  1. απομακρύνω κάποιον ή κάτι από κάπου, απωθώ
  2. (ναυτ.) απομακρύνομαι, ξεμακραίνω.

Ετυμολογία

< ιταλ. allargare [= εκτείνω, εκτείνομαι] < alla larga [= στο ανοιχτό πέλαγος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλαργάρω», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλαργαρω/