navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στροφή

στροφή

η, ουσ.

  1. α) αλλαγή κατεύθυνσης ή πορείας, β) καμπή δρόμου
  2. (μτφ.) αλλαγή στόχευσης, επιλογής, στάσης αλλά και συμπεριφοράς
  3. περιστροφική κίνηση γύρω από έναν άξονα
  4. (ναυτ.) η αλλαγή πορείας του πλοίου με κατάλληλο χειρισμό του πηδαλίου του
  5. δύο ή περισσότεροι στίχοι ποιήματος με ρυθμική ενότητα και λογική
  6. (φρ.) «παίρνω στροφές», δηλ. σκέπτομαι γρήγορα και αποφασιστικά, «στροφές κινητήρα / έλικα».

Ετυμολογία

[για την 3η ερμ.] σημδ. γαλλ. tour [= γύρος] ή αγγλ. revolution [= στροφή, περιστροφή].

Σύνθετα

αναστροφή, στροφαλοφόρος, στροφόμετρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στροφή», σ. 794. https://navalhistory.gr/lexiko/στροφη/