στροφή
η, ουσ.
- α) αλλαγή κατεύθυνσης ή πορείας, β) καμπή δρόμου
- (μτφ.) αλλαγή στόχευσης, επιλογής, στάσης αλλά και συμπεριφοράς
- περιστροφική κίνηση γύρω από έναν άξονα
- (ναυτ.) η αλλαγή πορείας του πλοίου με κατάλληλο χειρισμό του πηδαλίου του
- δύο ή περισσότεροι στίχοι ποιήματος με ρυθμική ενότητα και λογική
- (φρ.) «παίρνω στροφές», δηλ. σκέπτομαι γρήγορα και αποφασιστικά, «στροφές κινητήρα / έλικα».
Ετυμολογία
[για την 3η ερμ.] σημδ. γαλλ. tour [= γύρος] ή αγγλ. revolution [= στροφή, περιστροφή].
Σύνθετα
αναστροφή, στροφαλοφόρος, στροφόμετρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στροφή», σ. 794. https://navalhistory.gr/lexiko/στροφη/