φιγούρα
η, ουσ.
- η μορφή, το σχήμα, το περίγραμμα κυρίως του ανθρώπινου σώματος ή του προσώπου
- (τέχν.) οι τυποποιημένες, από χαρτί ή ξύλο, προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του θεάτρου σκιών
- τα τρία τραπουλόχαρτα, ρήγας, ντάμα, βαλές
- ιδιαίτερη χορευτική κίνηση
- (ναυτ.) το ακρόπρωρο, ξύλινη προτομή ανδρός ή γυναικός, βαλμένη στην πρώρα του σκάφους, και (συνήθως στον πληθ.) τα γλυπτά στολίδια της πρύμνης.
Ετυμολογία
< ιταλ. figura.
Παράγωγα
φιγουράρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φιγούρα», σ. 889. https://navalhistory.gr/lexiko/φιγουρα/